Ξεκινάει σήμερα στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής η συζήτηση επί του νομοσχεδίου του υπουργείου Ανάπτυξης για την εξυγίανση των Ναυπηγείων Ελευσίνας. Στόχος του νομοσχεδίου, σύμφωνα με το υπουργείο, είναι «η άμεση και ενιαία συμμετοχή του Δημοσίου στη διαδικασία εξυγίανσης του δεύτερου μεγαλύτερου Ναυπηγείου της χώρας ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την προσέλκυση σημαντικών επενδυτικών κεφαλαίων, την καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών και αποζημιώσεων στους εργαζόμενους –οι θέσεις εργασίας των οποίων διασφαλίζονται απόλυτα– και την επανεκκίνηση της λειτουργίας των Ναυπηγείων σε βιώσιμη βάση».
Το νομοσχέδιο εξουσιοδοτεί τον υπουργό Ανάπτυξης Αδωνι Γεωργιάδη να υπογράψει ως εκπρόσωπος του Δημοσίου, που είναι και ο μεγαλύτερος πιστωτής των Ναυπηγείων, για κούρεμα των χρεών, με διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων, και εξόφληση σε 264 δόσεις. Συνολικά τα χρέη των Ναυπηγείων ξεπερνάνε τα 432 εκατομμύρια ευρώ από τα οποία περίπου 13,4 εκατ. ευρώ είναι οι αποζημιώσεις του προσωπικού. Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι μέρος του ενεργητικού και του παθητικού των Ναυπηγείων θα μεταβιβαστεί σε δύο εταιρείες του ομίλου Onex του Ελληνοαμερικανού επιχειρηματία Πάνου Ξενοκώστα, εκ των οποίων η πρώτη θα έχει τις δραστηριότητες στο εμπορικό κομμάτι και η δεύτερη στο αμυντικό σκέλος. Εγγυητής της χρηματοδότησης του σχεδίου εξυγίανσης είναι η αμερικανική αναπτυξιακή τράπεζα DFC, ενώ σύμφωνα με την Onex έχει εξασφαλιστεί άμεση επένδυση ύψους 100 εκατομμυρίων δολαρίων.
Εν όψει της συζήτησης του νομοσχεδίου, το οποίο αναμένεται να ψηφιστεί τον Σεπτέμβριο, το υπουργείο Ανάπτυξης εκτιμά ότι η εξυγίανση των Ναυπηγείων θα αποφέρει πολλαπλά οφέλη στο Δημόσιο (ανάκτηση μέρους των οφειλών, φορολογικά έσοδα και ασφαλιστικές εισφορές), στην αμυντική βιομηχανία, από την εξυπηρέτηση των αναγκών του πολεμικού ναυτικού, και στην ελληνική οικονομία, ενώ αναμένει να δημιουργηθούν 1.400 νέες θέσεις εργασίας – πέρα των 600 υφιστάμενων.
Στη διαβούλευση, πάντως, έχουν κατατεθεί πάνω από 160 σχόλια, από εργαζόμενους, συνδικάτα και εργατικά κέντρα, που εγείρουν ανησυχίες για τη διασφάλιση των δεδουλευμένων και των θέσεων εργασίας, καθώς δεν προβλέπεται ρητό χρονοδιάγραμμα εξόφλησης, ούτε επαναπρόσληψη των απολυμένων στη νέα εταιρεία, ενώ δεν γίνεται λόγος για υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας.
