Η ακμάζουσα από τους μεσαιωνικούς χρόνους πόλη Κλουζ ήταν πάντα σημαντικό πολιτιστικό και οικονομικό κέντρο της Ρουμανίας. Στο ιστορικό της Πανεπιστήμιο, Μπάμπες Μπόγιαϊ, σπούδασε Ιστορία και Φιλοσοφία, μεταξύ 1978 και 1984, ο εκδότης, ποιητής και πεζογράφος Δημήτρης Κανελλόπουλος. Αν στη συλλογή Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες (Κίχλη, 2018) ανέστησε νεοηθογραφικά την ιδιαίτερη πατρίδα του, Νεμούτα Ηλείας, τώρα επιστρέφει με δώδεκα αλληλένδετα αφηγήματα που βασίζονται σε εμπειρίες και αναμνήσεις από τα φοιτητικά του χρόνια στην πρωτεύουσα της Τρανσυλβανίας, την οποία δεν σταμάτησε να επισκέπτεται έκτοτε.
Στο σύνολό τους, διατηρώντας πολλές από τις αρετές της πρώτης του εμφάνισης (ρυθμός, χαμηλόφωνη εσωτερικότητα), τα αφηγήματα σκιαγραφούν με συναρπαστικό τρόπο την καθημερινή ζωή στη γραφική πόλη (πάρκα με τσιγγάνικες μπάντες, φοιτητικά ταβερνεία, παλαιοβιβλιοπωλεία, αίθουσες τέχνης και πολιτιστική ζωή), εστιάζοντας, όμως, στον καθημερινό αγώνα για επιβίωση σε συνθήκες ανελευθερίας.
Πρωταγωνιστές, τα έργα και οι ημέρες ανθρώπων της πόλης, κυρίως τα μέλη μιας παρέας φίλων που συχνάζουν στο εμβληματικό νεολαιίστικο στέκι της Κλουζ. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο πρωτοπρόσωπος και ομοδιηγηματικός αφηγητής των περισσότερων αφηγημάτων, ο «Ελληνας» «Ντουμιτράκε», ο «ξένος», που έρχεται από την «Αγγλία των Βαλκανίων» και αποτελεί τη γέφυρα της παρέας των «γκουντφέλας», των «καλών παιδιών» της καφετέριας «Κρόκος», με τον έξω κόσμο. Οπως ο συγγραφέας που ήρθε γαλουχημένος με τα κομμουνιστικά ιδεώδη για να προσγειωθεί απότομα στη ζοφερή πραγματικότητα, έτσι και ο αφηγητής και η παρέα του δεν πορεύονται ανέμελοι «στις ευτυχισμένες λεωφόρους του κομμουνισμού».
Με επίκεντρο την περίοδο των σπουδών του συγγραφέα, ο χρόνος της ιστορίας πηγαινοέρχεται από την εποχή θανάτου του «παλιού κόσμου της μπουρζουαζίας» στις κοσμοϊστορικές αλλαγές μετά το 1989. Ο νέος κόσμος που ανέτειλε το 1944 έφερε μαζί του ουρές στα κρατικά μανάβικα, μισθούς πείνας, «εξαφανίσεις» ευγενών, συλλήψεις ή εκτοπίσεις πολιτών και, προοδευτικά, την εγκαθίδρυση μιας νέας αριστοκρατίας.
Στον βασικό χρόνο της αφήγησης, η επισιτιστική κρίση ταλανίζει την καθημερινότητα των κατοίκων και νέες λέξεις (δελτίο τροφίμων, σιτηρέσιο, θερμίδες) εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο της παρέας που διαρκώς αποψιλώνεται καθώς μέλη της δραπετεύουν στη Δύση. Οι υπόλοιποι, απολαμβάνοντας το ρεβιθόζουμό τους, μηχανεύονται τρόπους να κινηθούν «εκτός επίσημου εμπορίου»: ευφάνταστα σχέδια (προμήθειες εν κινήσει από το τρένο) και τολμηρές νυχτερινές εξορμήσεις σε γειτονικά χωριά («Πρόγραμμα επιστημονικής τροφοδοσίας»).
Μια άλλη ομάδα ιστοριών αφορά τους «γκρόφι», τους παλιούς ευγενείς που έχασαν τα προνόμιά τους: από τη μυστηριώδη «Κυρία με τα λουλούδια» και από τον Μίκλος Ολμπασι που τίναξε στον αέρα την αρωματοποιία του κατά τις εθνικοποιήσεις του 1948 («Ο Κόκκινος Αρωματοποιός») ώς τον φιλελεύθερο αριστοκράτη Ολμπαχ Γκίζα, κορυφαίο εντομολόγο της Κεντρικής Ευρώπης, παίγνιο στην ανάκριση της Επιτροπής Αξιολόγησης Πανεπιστημιακών Υπαλλήλων της οποίας προήδρευε ένας σιδηροδρομικός υπάλληλος («Η καταγωγή ως αμάρτημα»). Συγκλονιστική, επίσης, η ιστορία του Ελληνα πρώην αντάρτη τον οποίο γνωρίζει η παρέα των νεαρών «δογματικών» κομμουνιστών κατά την εκδρομή τους στη Βουδαπέστη («Φύλακες συνόρων»).
Την ίδια στιγμή που η κρατική προπαγάνδα οργιάζει, η μαύρη αγορά γιγαντώνεται και το έγκλημα κυριαρχεί. Στο «Κόκκινη Αλεπού» περιγράφεται η δράση της ομώνυμης εταιρείας δολοφόνων με θύματα επιχειρηματίες που είχαν γλιτώσει από τους διωγμούς, στο «Μια ευκαιρία να πλουτίσετε» η περιπέτεια στη μαύρη αγορά ενός κλεμμένου από τη Βιβλιοθήκη του συνδικάτου των Τυπογράφων του Βουκουρεστίου αντιτύπου της πρώτης έκδοσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου το οποίο θα περάσει και από τα χέρια του αφηγητή (ο οποίος μεταπουλούσε παλαιά βιβλία «στο χωριό της Αντιγκόνε στον Κολονός»). Το διάσπαρτο πικρό χιούμορ κορυφώνεται εξπρεσιονιστικά στην έξοδο με το τραγελαφικό ταξίδι «οπαδών της αλλαγής» στην Ελλάδα για τις εκλογές του 1981 («Ταξίδι στο Πρίζρεν»).
Παρά τον ελεγειακό τόνο στο σημείωμα του ώριμου συγγραφέα στο οπισθόφυλλο για το οριστικό ναυάγιο των ιστορικών πραγματώσεων του κομμουνισμού, η δεσπόζουσα θεματική του βιβλίου (που διασώζει φάσεις της σταδιακής απόσυρσης από την πολιτική) παραμένει βαθιά ανθρωπολογική: «Δεν με ενδιέφερε η πολιτική σκοπιά, αλλά συγκλονιζόμουν από την ανθρώπινη πλευρά των ιστοριών» αυτού του «δύστυχου κόσμου, που πάντα πασχίζει για το καλύτερο».
