«Αχ Μαριάνθη, αχ Μαριάνθη… ή καρδούλα μου ευφράνθη…», εξομολογείται η Φαύστα στην υπηρέτριά της Μαριάνθη, περιγράφουσα την ανεύρεση της μοναχοκόρης της, της «απωλεσθείς κόρης», ονόματι Ριτσάκι, στην κοιλιά κήτους (καρχαρία) μετά είκοσι έτη… Πρώτη ολοκληρωμένη (ανολοκλήρωτη…) κωμωδία του μεγάλου μας σατιρικού της πένας και του χρωστήρα Μέντη Μποσταντζόγλου (Μποστ, 1918-1995), η «Φαύστα», 1965, με άπειρα έκτοτε ανεβάσματα. Προλογίζοντας μία από τις παραστάσεις ο Μποστ, με τα γνωστά του απρόοπτα προδιαγράφει –συγχρόνως και διαγράφει…– τις προοπτικές του Εργου:
«…κατ’ αρχήν το Εργο γράφτηκε ως “σκηνικό παιχνίδι” (που) θα γινόταν “πολιτικό” με την παρεμβολή μερικών στίχων τρεχούσης επικαιρότητος. Ο σκηνοθέτης δεν ήθελε. Ο συγγραφεύς δεν επέμεινε. Ετσι συγγραφεύς και σκηνοθέτης έμειναν φίλοι. Αυτό το καλό έχει η “Φαύστα”. Συσφίγγει δεσμούς σκηνοθετών και δημιουργών. Επιπροσθέτως έχει τας εξής πρωτοτυπίας και προσόντα: α) Με την παρεμβολή 17 τραγουδιών, γίνεται “μιούζικαλ” δυο ωρών. β) Αφαιρουμένων των τραγουδιών γίνεται “μονόπρακτον” μίας ώρας. γ) Διά της προσθέσεως 30-40 στίχων, μεταβάλλεται εις έργον “πολιτικόν” και δ) Διά της αφαιρέσεως των πολιτικών αιχμών, γίνεται “σκηνικό παιχνίδι”. Είναι, δηλαδή, έργον αυξομειούμενον εις διάρκειαν, κατάλληλον δι’ όλους τούς θιάσους και τας σκηνάς, πράγμα πού ουδείς συγγραφεύς κατάφερεν εις την παγκόσμιον δραματογραφίαν. Αισθάνομαι δε ιδιαιτέρως υπερήφανος, διότι αυτό που ο Σαίξπηρ και ο Αισχύλος δεν κατώρθωσαν, το κατώρθωσα εγώ χωρίς να κουρασθώ πολύ. ΜΠΟΣΤ.»
Τραγικό (μποστικά…) και το φινάλε: Εβγαλαν το Ριτσάκι στη λιακάδα να ξεβρομίσει από την ψαρίλα και το έφαγαν οι γάτες! Ετσι πάει η δουλειά: Εις έργον αυξομειούμενον κατάλληλον δι’ όλους τους θιάσους ή καρχαρίες σε καταβροχθίζουν κολυμβώντα ή γάτες σε ξεκοκαλίζουν ηλιαζόμενον. Γι’ αυτό… προσοχή στο κολύμπι και την ηλιοθεραπεία!
ΥΓ. Αφιερωμένο εξαιρετικά στη νεόκοπο αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου κ. Μαριάνθη Παγουτέλη για τα υψηλά ανθρωπιστικά, αντιρατσιστικά και δημοκρατικά της αισθήματα!
