ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Φάνη Πετραλιά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προσπαθώ να φανταστώ πώς θα σχολίαζε, τις προάλλες, ο Μποστ την ακύρωση της παράστασης του έργου του «Μήδεια» στο θέατρο της Επιδαύρου. Λόγω της στάσης εργασίας που κήρυξαν οι ηθοποιοί και οι άλλοι εργαζόμενοι του Εθνικού Θεάτρου που ματαίως ανέμεναν απάντηση από το υπουργείο Πολιτισμού για αύξηση στα εκτός έδρας έξοδά τους. Καθότι βενζίνες, ξενοδοχεία, φαγητά, έχουν πάρει την ανηφόρα.

Σίγουρα ο Μποστ, την επόμενη το πρωί, θα άρπαζε το γεγονός μια και στα κωμικοτραγικά συμβαίνοντα αλίευε την ύλη του για τα χρονογραφήματα και τις γελοιογραφίες του, οι οποίες ήσαν συμπυκνωμένα πολιτικά σχόλια. Δημοσιεύονταν στην «Αυγή» και στον «Ταχυδρόμο», όπου κάποιες φορές υπέγραφε ως «Μποστ μη μέλος της ΕΣΗΕΑ», καθ’ ότι το προεδρείο απέρριπτε τις αιτήσεις του για να τον κάμει μέλος, παρ’ ότι εκείνος είχε το δικαίωμα.

Ηταν φίλος μου ο πολυτάλαντος Μέντης Μποσταντζόγλου. Ανυποχώρητα αιχμηρός ακόμη κι όταν η λογοκρισία τον παίδευε. Ειλικρινά ευγενής και σοβαρός και σεμνός, απορούσε γιατί τον θαύμαζαν. Εκανε τους άλλους να γελούν και ο ίδιος δεν γελούσε ποτέ. Ηταν αυτό που λέμε βαρύς τύπος. Το όνομά του ήταν Χρύσανθος και Μέντης το παρατσούκλι που του κόλλησαν οι συμμαθητές του στο σχολείο. Χρύσανθο τον λέγαμε όσοι μιλούσαμε μαζί του.

Περνούσα από το μαγαζάκι του στην οδό Ομήρου με την ανορθόγραφη επιγραφή «Λαϊκέ Εικόνε», δείγμα της ταραγμένης σχέσης του με την καθαρεύουσα και το σύνδρομο της λογιοσύνης που τυραννούσε κι ακόμη τυραννάει πολλούς.

Τον έβρισκα είτε να διαβάζει εφημερίδες είτε να ζωγραφίζει φιγούρες και αποφθέγματα πάνω στα πιάτα, τα ποτήρια και τα μπουκάλια που πουλούσε, τριγυρισμένος ολόγυρα στους τοίχους με τους πίνακες των ηρώων του. Μια μέρα, που είχε κέφια, μου χάρισε έναν υπέροχο Κατσαντώνη, ο οποίος ήταν ο αγαπημένος του ήρωας και ακολουθούσαν «Ο γενέος ήρoς Σκαλτσοδήμος» και ο Τζαβέλας. Ως έμπορος, ωστόσο, δεν φαίνεται να είχε ιδιαίτερες επιδόσεις. Γιατί, όπως αποκάλυψε ο γιος του Κώστας, «πουλάει στη μισή τιμή που αγόρασε, έχοντας την ακράδαντη πεποίθηση ότι κερδίζει».

Στις συζητήσεις μας, σχολιάζαμε τα συμβαίνοντα. Μου έδινε και συνεντεύξεις για την εφημερίδα «Τα Νέα» όπου είχα αρχίσει να εργάζομαι. Στην ερώτησή μου ποιες ήσαν οι πηγές της έμπνευσής του, είπε:

«Η επικαιρότητα είναι αστείρευτη πηγή μου. Μαζί και τα λαϊκά αναγνώσματα και η Ιστορία. Με εμπνέουν και η στατιστική και η αριθμητική. Κάνοντας υπολογισμούς βρίσκω ότι η περιουσία της κυρίας Ωνάση ανέρχεται σε τόσα εκατομμύρια δολάρια. Τα μετατρέπω σε κρέας, λέω πόσους τόνους κρέας μπορώ να αγοράσω για να χορτάσω τον κοσμάκη; Πληροφορούμαι, όμως, ότι ανέβηκε σε 180 δραχμές ακαπέλωτο. Λέω ακρίβυνε, δεν με συμφέρει. Θα αγοράσω κάτι φθηνότερο…»

Στο άκουσμα της τελευταίας φράσης, σίγουρα η κουρελού με περικεφαλαία Μαμά Ελλάς, η Ανεργίτσα με τον τεράστιο φιόγκο επί κεφαλής και ο ακατάσχετα πεινασμένος Πειναλέων θα ανέμιζαν χαρούμενοι τις γαλανόλευκες σημαίες που μονίμως κρατούσαν.