Ο,τι στοίχημα πας: βάλε δίπλα δίπλα τον Τάσο, που έχει το ξενοδοχείο «Αβατον» στην Επίδαυρο, και τον Νικόλα Γιατρομανωλάκη, που έχει το άλλο «ξενοδοχείο», το υπουργείο Πολιτισμού στην Αθήνα (τη Λίνα δεν την υπολογίζω καν. Αυτή ό,τι έκανε πάντα, αυτό κάνει και τώρα: εργολαβίες). Βάλ’ τους δίπλα δίπλα, λοιπόν, και ξεκίνα να ρωτάς για τον πολιτισμό. Spoiler alert: μη στοιχηματίσεις στον υφυπουργό. Θα κλαις τα λεφτά σου…
Οι άνθρωποι εκεί κάτω είναι σχεδόν ένα με το θέατρο. Και το μικρό και το μεγάλο. Της Επιδαύρου. Τον 19ο αιώνα οι πρόγονοί τους ήταν που έδωσαν τα χωράφια τους για να γίνουν οι ανασκαφές και μετά οι αναστηλώσεις.
Ο Τάσος ήταν εκεί, μέσα στο θέατρο, από παιδί. Και θυμάται όλους τους μεγάλους, έως τον Μινωτή ακόμα, που τον πρόλαβε εκεί γύρω στη δεκαετία του ’80 και τον θυμάται σαν τώρα κι ας ήταν μικρό αγόρι. Ωστόσο, δεν θυμάται μόνο τους σπουδαίους πρωταγωνιστές της Επιδαύρου, αλλά όλους: από τους φωτιστές μέχρι τους υπεύθυνους σκηνής (τ’ ακούς, κύριε υφυπουργέ μου; Αυτούς που δεν δέχεσαι να δεις στο γραφείο σου, εκεί μακριά, πολύ μακριά από την Επίδαυρο, λέω).
Κοντά στον Τάσο από το «Αβατον» (όπου στην αυλή του έκανε πρόβες ολημερίς ο Λευτέρης Βογιατζής και που ακόμα λυπάται βαθιά επειδή η Κατερίνα Ευαγγελάτου, καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Επιδαύρου επί Ν.Δ., κατήργησε ουσιαστικά το «Λύκειο Επιδαύρου», ένα Διεθνές Σχολείο Αρχαίου Δράματος που έδινε νέα πνοή σε όλη την περιοχή!), κι ο Νίκος από τον «Λεωνίδα». Τον γνωστό Λεωνίδα, που το εστιατόριό του στο Λυγουριό υπήρξε οργανικό κομμάτι της μυθολογίας της Επιδαύρου. Τα παιδιά του Λεωνίδα, ο Νίκος και ο Γιώργος, μαζί με τη μητέρα τους Κάκια συνεχίζουν πλέον την παράδοση…
Ποια παράδοση όμως; Γιατί εμείς υφάκι αφ’ υψηλού, τουπέ και σνομπαρία δεν είδαμε. Και ποιος δεν έχει περάσει από κει μέσα, κι όμως οι άνθρωποι αυτοί όχι μόνο ξέρουν τα πάντα για το θέατρο, αλλά είναι οργανικό του κομμάτι: το ταΐζουν (κυριολεκτικά και μεταφορικά), το ζουν (σε ενεργητική και παθητική φωνή), το κρατάνε ζωντανό. Αλήθεια, πόσοι θεσμικοί παράγοντες που τρωγοπίνουν μετά από κάθε παράσταση εκεί μέσα, μπορούν να πουν κάτι παρόμοιο;
Το καλύτερο απ’ όλα, όμως, αυτό που συμβαίνει χωρίς να το καταλάβεις αρχικά, αυτό που σου γεμίζει την ψυχή και σ’ την κερδίζει, είναι πως αυτοί οι άνθρωποι, αυτοί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι (και δεν είναι οι μόνοι) σε εντάσσουν οργανικά στην ίδια τη θεατρική πράξη. Τόσο ομαλά και ήσυχα, που δεν σ’ ενδιαφέρουν στο τέλος ούτε οι Ευαγγελάτες ούτε οι Γιατρομανωλάκηδες ούτε Λίνες ούτε κανείς. Φεύγεις απ’ τον Τάσο, πηγαίνεις να δεις τον Αργύρη ή τον Ευριπίδη στα δύο θέατρα, μετά καταλήγεις στον Νίκο, συνομιλείς με ηθοποιούς και συντελεστές και όλο αυτό είναι από μόνο του μια γνήσια πράξη κάθαρσης.
Αυτής που νιώσαμε και μετά την παράσταση «Αίαντας» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Αργύρη Ξάφη – την πρώτη του στην Επίδαυρο. Που πήρε την τραγωδία και την ανέστρεψε, κλείνοντας με την αυτοχειρία του σπουδαίου ήρωα. Που μας συνεπήρε με τον τρόπο που χειρίστηκε το αρχαίο κείμενο, το οποίο, σε απλά ελληνικά, τα λέει όλα. Ολα όμως. Στο τέλος ένα πανό στις κερκίδες («Βιαστής είναι») χειροκροτήθηκε όσο και η παράσταση. Αλλά το πλέον συγκινητικό είναι πως τα παιδιά –νέα παιδιά– που το κρατούσαν, έμειναν έως να φύγει και ο τελευταίος θεατής από τους 7.000 που ήταν εκεί. Εμειναν. Ορθια. Στη θέση τους… με ό,τι αυτό σημαίνει.
Ορθιος, πάνω σε κάτι 30ποντα κοθόρνια έμεινε και ο Ευριπίδης Λασκαρίδης στην παράστασή του «Τουρνέ» στη Μικρή Επίδαυρο. Το παιδί αυτό έχει μόνο να δώσει. Σάτιρα μέσα στη σάτιρα, τρολιά μες στην τρολιά, μέχρι και το γέλιο των θεατών τρόλαρε (το κατάλαβαν άραγε;) και ένας υπέροχος αυτοσαρκασμός. Στο τέλος σήκωσε έναν κίονα από το σκηνικό και τον φίλησε (ο Λιγνάδης είχε φιλήσει ένα ομοίωμα του Παρθενώνα στα πόδια του Μητσοτάκη και της Μενδώνη τρία χρόνια πριν). Δίχως να πει λόγια, τα είπε (και αυτός) όλα.
Η νεότερη γενιά σκηνοθετών παραλαμβάνει το αρχαίο δράμα αλλά δεν μένει στατική. Ξεφεύγει από τον ακαδημαϊσμό, τολμά να παρασυρθεί από το φαινομενικά εφήμερο του θεάτρου και μας παρουσιάζεται γνήσια και δυναμική. Τι σημασία έχει αν κάτι δεν αρέσει; Το ζήτημα είναι πως κατορθώνουν να σε παρασύρουν. Μακριά από μεγαλοσύνες και μικροπρέπειες. Μέσα σε μια αρχέγονα καθαρσιακή, αυτάρεσκα λαϊκή, εντελώς επιδαυριακή ομορφιά.
