Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ψυχανάλυση βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου με αφορμή τον θάνατο του Ματθαίου Γιωσαφάτ. Τόσο η απώλεια του ψυχιάτρου και ψυχαναλυτή όσο και το τελευταίο του βιβλίο «Γιατί Ψυχανάλυση, κύριε Γιωσαφάτ;» –όπου ο ίδιος απαντά στη Β. Φλέσσα (εκδόσεις Αρμός)– έγιναν μια ευκαιρία για να επανέλθουμε στο τι σημαίνει η ψυχανάλυση για τον άνθρωπο του 21ου αιώνα, ιδίως για εκείνον που βιώνει την αντίφαση των μετανεωτερικών χρόνων και των βιωμάτων μέσα στην ελληνική οικογένεια.

Τι μπορεί να κάνει λοιπόν ένας ψυχαναλυτής και τι ένας ψυχαναλυόμενος σήμερα; Γιατί να επιλέξουμε την ψυχανάλυση ως θεραπεία; Και τελικά τι μπορεί να αλλάξει μέσα από την αναλυτική διαδικασία; Ας ξεκινήσουμε με εκείνο που δεν είναι ψυχανάλυση.

Η ψυχολογία της νόρμας, που παρέχει κανονικοποιημένες λύσεις με στόχο να εντάξουν το υποκείμενο στη νόρμα, δεν είναι ψυχανάλυση. Η ψυχανάλυση είναι μια ανατρεπτική διαδικασία. Κάποτε ο Φρόιντ ανέδειξε την καταλυτική σημασία του ασυνείδητου –όπως όνειρα και φαντασιώσεις– στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Οπως σημειώνει και ο Μ. Γιωσαφάτ στο τελευταίο του βιβλίο «είμαστε όλοι τραυματισμένοι από τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής μας». Η αναλυτική θεραπεία –όπως εξηγεί ο Ελληνας ψυχαναλυτής που απλοποίησε τον ψυχαναλυτικό λόγο– δίνει πιο σύνθετα εργαλεία για μια πιο βαθιά ανθρωπολογική ερμηνεία της «σημερινής μας κατάντιας». Αποκαλύπτει, δηλαδή, τα ασυνείδητα κίνητρα.

Πρόκειται για μια πράξη γνώσης του ασυνείδητου του κάθε αναλυόμενου, δηλαδή αυτού που του δημιουργεί εν αγνοία του τα συμπτώματα που τον κάνουν να υποφέρει ή να σαμποτάρει τον εαυτό του, που του δημιουργούν ένα «πεπρωμένο», δηλαδή μια επαναληπτικότητα στην προσωπική ή επαγγελματική ζωή (χωρισμοί, αποτυχίες, κρίσεις πανικού).

Διότι απλά το ασυνείδητό μας –τα τραύματα τα οποία δεν αναγνωρίζουμε συνειδητά ως τέτοια– επενεργεί στη ζωή μας με επαναλήψεις για τις οποίες θεωρούμε πως δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι οι ίδιοι. Μέσα από την ψυχαναλυτική διαδικασία όμως μπορούμε να αλλάξουμε «ό,τι κλοτσάει», να δώσουμε μια εξήγηση γι’ αυτά που μας συμβαίνουν και συχνά μας βυθίζουν σε απόγνωση. Αυτό γίνεται, όχι γιατί η ψυχαναλυτική θεραπεία είναι θαυματουργή αλλά γιατί κάνει focus στη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου, απαλλαγμένη από τον δογματισμό του επιστημονικού λόγου της εποχής. Δεν έχει συνεπώς σημασία αν συντάσσεται κανείς με τη θεωρητική σχολή και την αναλυτική πρακτική του Μ. Γιωσαφάτ. Το σημαντικό στην ψυχαναλυτική διαδικασία είναι το ότι δεν ιατρικοποιείται ο ψυχισμός και το υποκείμενο δεν κατηγοριοποιείται σε «φυσιολογικό» και άρρωστο».

Το ερώτημα που απασχολεί όσους καλούνται να επιλέξουν μια «θεραπεία» είναι κατά πόσο η ψυχανάλυση προσφέρει ανακούφιση από όλα όσα μας βασανίζουν. Η απάντηση είναι μία και μας εμπεριέχει. Ο αναλυόμενος έχει ενεργό ρόλο σε αυτό γιατί είναι εκείνος που «ομιλεί» ως υποκείμενο του ασυνείδητου. Ολα όσα αναδύονται μέσα από τον ίδιο του τον λόγο μπορούν να τον εκπλήξουν και να τον ξυπνήσουν αφού αποκαλύπτονται ασυνείδητα κίνητρα και δυναμικές.

Ο αναλυόμενος έρχεται αντιμέτωπος με τον εαυτό μέσα από το «λέγειν» του εντός του αναλυτικού πλαισίου. Η ανάδυση της επιθυμίας είναι, εξάλλου, ο πυρήνας της ψυχανάλυσης και όχι η προσαρμογή του υποκειμένου στα δεδομένα της κοινωνίας. Για να δούμε τη θέση που έχει λάβει στη ζωή μας το τραύμα και να ζήσουμε τη ζωή μας πέρα από τους περιορισμούς που θέτει ένα τραυματικό παρελθόν.

Ο Βασίλης Δημόπουλος στο βιβλίο του «Τα παράδοξα της ψυχανάλυσης» (εκδόσεις Αρμός) αναφέρεται στη μεταφορά του Φρόιντ για τα ψυχικά συστήματα σημειώνοντας πως «το “εγώ’’ σαν τον καβαλάρη ιππεύει μεν το “εκείνο’’, το “εκείνο’’ όμως το οδηγεί πολλές φορές εκεί που θέλει»… Χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε και συνεπώς δίχως να το αναγνωρίζουμε και να αντι-δρούμε.

Και γι’ αυτό στο ερώτημα αν χρειαζόμαστε όλοι ψυχανάλυση η απάντηση δεν αφορά μόνο όσους θέλουμε να θεραπεύσουμε κάποιες ψυχικές διαταραχές άλλα όλους όσοι θέλουμε να αναδυθούν οι ασυνείδητοι μηχανισμοί που σαμποτάρουν τη ζωή μας έτσι ώστε να μην είμαστε έρμαιο της επαναληπτικότητας των συμπτωμάτων που έχουν τις ρίζες τους στην παιδική μας ηλικία.

Γιατί να κάνουμε, λοιπόν, ψυχανάλυση; Για όσους αναγνωρίζουμε την ύπαρξη του ψυχισμού μας… για όσους θέλουμε να διαπραγματευτούμε τις αντινομίες της επιθυμίας μας και τις καθηλώσεις που μας ταλανίζουν ως ενήλικες, η απάντηση είναι προφανής. Δεν είναι ανάγκη, είναι κυρίως επιλογή να φωτίσουμε τα «τυφλά μας σημεία» και να αποκτήσουμε μεγαλύτερη συμμετοχή στη διαμόρφωση της ιστορίας μας, διατηρώντας πάντα το δικαίωμα εξαίρεσής μας από τη νόρμα.