[…] ο χρόνος μού φαινόταν όσο ποτέ αργός
όμως τον γέμιζα με προγεύσεις ευτυχίας
χωρίς να προσέχω τους χώρους, τα τοπία
χωρίς να παρατηρώ τους άλλους ταξιδιώτες […]
Από το ποίημα του Τ. Πατρίκιου «Το ταξίδι και οι ταξιδιώτες»
Το genius loci, ή αλλιώς το πνεύμα του τόπου, στην ιστορική διάσταση της πόλης είναι εκείνο που δίνει υπόσταση στον χώρο και τον μετατρέπει σε τόπο. Εμπεριέχει την έννοια του locus, της χαρακτηριστικής αρχής των αστικών γεγονότων που συσχετίζονται με την ιστορία, τη μνήμη και το αστικό περιβάλλον.
Οι μη τόποι συνεπώς δεν έχουν απολέσει αυτό το πνεύμα του τόπου γιατί απλά ποτέ δεν το διέθεταν. Δεν μπορούν να προσδιοριστούν λοιπόν παρά μονάχα ως απόλυτοι, ευκλείδειοι χώροι.
Στη σύγχρονη πόλη μη τόποι είναι οι μεταβατικοί, μη ανθρωπολογικοί χώροι της μεγιστοποιημένης κινητικότητας και κατανάλωσης (Auge) που η κυριαρχία επιβάλλει. Είναι οι χώροι αναμονής του αεροδρομίου, του λιμανιού, του μετρό ή του σιδηροδρομικού σταθμού.
Αυτόν τον χώρο χρησιμοποιεί η Ελίζα Παναγιωτάτου στο τελευταίο της βιβλίο από τις Εκδόσεις Αντίποδες με τον τίτλο «Αεροδρόμιο» για να ξεδιπλώσει μικρές ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων που συνδέονται όλοι με την κοινή υποχρέωση υπακοής/αναμονής στον χώρο τράνζιτ αεροδρομίων προκειμένου να συνεχίσουν το ταξίδι τους.
Αυτό το κανονιστικό πλαίσιο ενός χρονικά περιορισμένου εγκλεισμού σε έναν μη τόπο αναπτύσσεται μέσα από τις μικρές, ανούσιες λεπτομέρειες που οι αναμένοντες παρατηρούν στον χώρο ανακλαστικά ως καταφυγή προκειμένου να περάσει ο χρόνος αναμονής.
Οι άδειες καρέκλες, ο μηχανιστικός τρόπος κίνησης της καθαρίστριας (σ. 10), τα απολεσθέντα αντικείμενα (σ. 17), οι κατειλημμένες τουαλέτες, οι φυσιογνωμίες των συνταξιδιωτών, τα αντικείμενα αυτών, τα ρούχα, το «γυαλιστερό μπεζ φουλάρι» (σ. 25) είναι αγκιστρώσεις για αναδρομές σε γνώριμες προσωπικές ιστορίες προκειμένου να αντέξουν τον πανικό (σ. 38).
O ταριχευμένος πελαργός (σ. 34) δεν είναι παρά ένας συνειρμός με τον «ταριχευμένο» χρόνο της προγραμματισμένης ακινησίας. Η καταφυγή στις σκέψεις, στο κινητό, είναι αναμενόμενες επιλογές παγιδευμένων (σ. 73) οι οποίοι δεν είναι μονάχα οι ταξιδιώτες αλλά και οι υπάλληλοι όπως π.χ. οι αεροσυνοδοί (σ. 77), οι οποίοι έχουν έρθει για να περιμένουν και φυσικά «δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να κοιμηθούν» (σ. 82). Μου θύμισαν τις λεπτομέρειες που ο David Bissell έγραφε στο «Transit Life», σε ένα άλλο πλαίσιο βέβαια, και το πώς τα περάσματα προσωρινότητας διαμορφώνουν τον ίδιο τον ταξιδιώτη.
Τις ίδιες λεπτομέρειες χρησιμοποιεί η Τοκάρτσουκ στους «Πλάνητες»: «Μπορώ να κοιτάζω πάνω από τους ώμους των ανθρώπων, να κρυφακούω τους καβγάδες τους, να βλέπω πώς κοιμούνται με το κεφάλι ακουμπισμένο στο σακίδιό τους, πώς μιλάνε με τον εαυτό τους» (σ. 27). Ο σκοπός του ταξιδιού, της συνεχούς κίνησης δεν είναι μονάχα ένα κόλπο που ξεγελάει το Κακό αλλά στην Τοκάρτσουκ γίνεται ο άλλος ταξιδιώτης, η αναζήτηση της διαφορετικότητας. Η κίνηση εδώ προέρχεται από τη ζωτική παρόρμηση επαφής, την ανάγκη συνάντησης με τον Αλλο και διαμέσου της εμπειρίας αυτής τη δόμηση ταυτοτήτων.
Και η Παναγιωτάτου, όπως η Τοκάρτσουκ, παρατηρεί, κατασκοπεύει στιγμές, σώματα, αντικείμενα, που όμως σε αυτήν δεν μεταλλάσσονται στον χρόνο αλλά υπόκεινται στην ακινησία. Το ονειρικό, το σχεδόν μεταφυσικό της αέναης περιπλάνησης ως τρόπου ζωής/ύπαρξης στην Παναγιωτάτου γίνεται μια εφιαλτική στάση. Στην τελευταία, η σχέση του υποκειμένου γίνεται με τον εαυτό του ως άλλον. Δεν αναζητείται η επαφή με τους συνταξιδιώτες αλλά πραγματοποιείται μια ενδοσκόπηση με σκοπό τη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας. Ενα εσωτερικό ταξίδι ενσυναίσθησης.
Χωρίς εντάσεις, η γραφή της Παναγιωτάτου βρίσκεται ηθελημένα σε συνάφεια με την ατμόσφαιρα των μεταβατικών χώρων αναμονής. Ο εστιασμός γίνεται στην ακινησία, στην αργή διάβρωση που επιφέρει αυτός ο άτυπος περιορισμός και προβάλλει τη σημασία της διάδρασης με τον άλλον, της οικογένειας, της συλλογικότητας, της τελετουργίας. Δεν πρόκειται για μια γραμμική εξιστόρηση αλλά για συλλογή σκέψεων, σημειώσεων που απλώνονται στον χρόνο και μετεωρίζονται μεταξύ του προσωπικού και του απρόσωπου, μεταξύ ακινησίας και κίνησης.
Η κινητικότητα συνεχίζει σήμερα να αποτελεί ένα κυρίαρχο αφήγημα και δεν αφορά μονάχα τις μετακινήσεις, τις αυξημένες ροές, αλλά αποτελεί πλέον μέρος της διαδικασίας κοινωνικής παραγωγής του χρόνου και του χώρου που η κυριαρχία συγκροτεί αλλάζοντας την καθημερινή ζωή.
Η ίδια η παγκοσμιοποιημένη σύγχρονη πόλη τείνει να μεταλλαχθεί σε έναν αποσυγκειμενοποιημένο μεταβατικό χώρο αναμονής, με εφήμερα, ανώνυμα χαρακτηριστικά, σε κόμβο ενός ευρύτερου δικτύου μεγιστοποίησης της κινητικότητας που η εξουσία χρησιμοποιεί για νέους αποκλεισμούς.
Οι χώροι τράνζιτ είναι οι νέοι περιοριστικοί «δημόσιοι χώροι» με συγκεκριμένη διαλειμματική χρήση και η ενδιαφέρουσα γραφή της Παναγιωτάτου θα μας υπενθυμίζει τη σκοτεινιά μιας εποχής και τη διάχυτη αναμονή που μια ολόκληρη γενιά έχει υποχρεωθεί να υποστεί, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια.
*Δρ Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ
