ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μαργαρίτα Βεργολιά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Χάρη στις προσπάθειές μας πιστεύουμε ότι θα μπορέσουμε να πάμε πίσω στις χώρες μας με γεμάτα χέρια και με πλήρη ικανοποίηση», είπε χθες ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν στην έναρξη της συνάντησής του με τον Αμερικανό πρόεδρο Μπάιντεν, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη.

Με τι ακριβώς γυρίζει σήμερα στην Τουρκία μένει να φανεί μετά την περίπου 70λεπτη συνάντηση: την πρώτη μεταξύ των δύο ανδρών από τον περασμένο Οκτώβριο.

Είχαν προηγηθεί η τηλεφωνική παρέμβαση Μπάιντεν στον Ερντογάν το πρωί της Τρίτης και η άρση του τουρκικού βέτο στην ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ το ίδιο κιόλας βράδυ. Αμερικανοί αξιωματούχοι έσπευσαν να τονίσουν ότι η Αγκυρα δεν ζήτησε ανταλλάγματα από τις ΗΠΑ.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Ερντογάν εξασφάλισε -μεταξύ άλλων- τη δέσμευση της Στοκχόλμης και του Ελσίνκι για άρση του εμπάργκο όπλων και την ευκαιρία να θέσει εκ νέου και μετ’ επιτάσεως στα ευήκοα ώτα του Τζο Μπάιντεν το πάγιο αίτημα της Αγκυρας για τον εκσυγχρονισμό 80 μαχητικών F-16.

Προθυμία για τα F-16

Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε μάλιστα χθες ότι έχουν γίνει συνεχείς τεχνικές συνομιλίες ως προς το έτερο αίτημα της Τουρκίας για την αγορά σαράντα μαχητικών F-16, παρά την κατοχή των ρωσικών S-400. «Το Κογκρέσο θα έχει τον τελικό λόγο για οποιεσδήποτε τέτοιες πωλήσεις», υπογράμμισε. Είτε με τη σημερινή του σύνθεση είτε με αυτήν που θα προκύψει μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου…

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν τον εκσυγχρονισμό του στόλου των μαχητικών της Τουρκίας, γιατί αυτό συνεισφέρει στην ασφάλεια του ΝΑΤΟ και επομένως στην αμερικανική ασφάλεια», τόνισε χθες σε ανάλογο μήκος κύματος η Αμερικανίδα βοηθός υπουργού Αμυνας, Σελέστ Γουόλεντερ.

Το θέμα των F-16 δεν συμπεριλαμβάνεται πάντως στο ανακοινωθέν του Λευκού Οίκου. Οι δύο ηγέτες «συζήτησαν τη συνεχιζόμενη υποστήριξή τους προς την Ουκρανία», αναφέρει, «τη σημασία της άρσης των ρωσικών εμποδίων στην εξαγωγή ουκρανικών σιτηρών», ενώ «μίλησαν επίσης για τη σημασία της διατήρησης της σταθερότητας στο Αιγαίο και στη Συρία».

Οπερ σημαίνει ότι βρήκαν «τοίχο» ο αναθεωρητισμός του Ερντογάν και τα σχέδιά του για μια τέταρτη επέμβαση κατά των Κούρδων στη βόρεια Συρία (στην οποία είναι ούτως ή άλλως αντίθετη η Ρωσία). Σε κάθε περίπτωση, προσθέτει το ανακοινωθέν, Μπάιντεν και Ερντογάν «συμφώνησαν στη σημασία συνεχών στενών διαβουλεύσεων μεταξύ των κυβερνήσεών μας».

Παρά δε την έως τώρα στάση του Τούρκου προέδρου, ο Τζο Μπάιντεν δεν παρέλειψε χθες να τον ευχαριστήσει «ιδιαίτερα για όσα κάνατε σε σχέση με τη Φινλανδία και τη Σουηδία και για όλη την απίστευτη προσπάθεια να εξαχθούν τα σιτηρά από την Ουκρανία και τη Ρωσία». «Κάνετε εξαιρετική δουλειά», πρόσθεσε απευθυνόμενος στον απρόθυμο σύμμαχο-ταραξία. «Και είναι σε μεγάλο βαθμό λόγω της ηγεσίας σας», συμπλήρωσε. «Ευχαριστώ. Πραγματικά το εννοώ»…

Πριν καν στεγνώσει το «μελάνι» εν τω μεταξύ στο μνημόνιο Τουρκίας-Σουηδίας-Φινλανδίας στη Μαδρίτη, άρχισαν και τα πολιτικά παρατράγουδα στις αντίστοιχες πρωτεύουσες.

Στην Αγκυρα, ενόσω η αντιπολίτευση κατηγορούσε τον Ερντογάν για οπισθοχώρηση αρκούμενο σε υποσχέσεις, ο υπουργός Δικαιοσύνης υπενθύμιζε στη Στοκχόλμη και στο Ελσίνκι ότι η Τουρκία αναμένει την απέλαση «33 τρομοκρατών», ήτοι Κούρδων και φερόμενων γκιουλενιστών. Κίνηση που δείχνει ότι ο δρόμος μέχρι την οριστικοποίηση της ένταξης των δύο σκανδιναβικών χωρών στο ΝΑΤΟ μπορεί να γίνει, ακόμη και για λόγους προεκλογικής εσωτερικής κατανάλωσης, μακρύς.

Οργή

Στη Σουηδία αντίστοιχα -που έχει βουλευτικές εκλογές τον Σεπτέμβριο- η οργή ξεχειλίζει για την οπισθοχώρηση της σκανδιναβικής χώρας στο θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι Πράσινοι, που στηρίζουν κοινοβουλευτικά την κυβέρνηση μειοψηφίας της σοσιαλίστριας Αντερσον, ζητούν τώρα εξηγήσεις.

Ο δε Φινλανδός πρόεδρος Νιινίστο -η χώρα του οποίου οδεύει σε εκλογές την άνοιξη- υποστήριξε ότι δεν πρόκειται να γίνει καμία αλλαγή της εθνικής νομοθεσίας, παρά το γεγονός ότι στο μνημόνιο αναφέρεται πως οι δύο σκανδιναβικές χώρες θα πρέπει να τροποποιήσουν τους νόμους τους περί τρομοκρατίας.