Τώρα το καλοκαίρι, με αυτή τη ζέστη, ήταν χειρότερα τα πράγματα. Το βάρος που κουβαλούσε την ίδρωνε περισσότερο, τη λαχάνιαζε περισσότερο, την κούραζε πιο πολύ. Δεν ήξερε τι να φορέσει… Ακόμα και το πιο βαμβακερό εξώπλατο φόρεμα τη ζέσταινε. Σάμπως μπορούσε να βάλει εξώπλατο με αυτά τα παχιά μπράτσα; Βολευόταν με τα φορέματα με κοντό μανικάκι -όπως έλεγε και η πωλήτρια που της τα πουλούσε-, «ορίστε, ριχτό με κοντό μανικάκι, όπως ταιριάζει στην ηλικία σας», ενώ την εξυπηρετούσε με εκείνο το ψεύτικο χαμόγελο.
Πολλές στιγμές μέσα στη μέρα ένιωθε ότι θα λιώσει από τις υψηλές θερμοκρασίες, ήθελε να κάθεται στην πολυθρόνα της ακίνητη και να κάνει αέρα με τη βεντάλια της κι από μια μεριά να χτυπά επάνω της κι ο αέρας από τον ανεμιστήρα. Ενιωθε τα μπούτια της να ενώνονται και την απειλή του συγκάματος σε κάθε της βήμα. Ποιος όμως θα μπορούσε να την καταλάβει έστω και λίγο;
Εκανε τις δουλειές της με κόπο. Από το πρωί που ξυπνούσε αναλογιζόταν τι είχε να κάνει και αναρωτιόταν αν θα τα βγάλει πέρα, έτσι βαρύ που βίωνε το σώμα της. Το σώμα της;
Ενα ξένο σώμα είχε πια. Σαν να μην ήταν δικό της. Ούτε το σχήμα του αναγνώριζε, ούτε την αίσθησή του. Σαν να έκανε τα δικά του. Δεν υπάκουε πια σε εντολές ή απαιτήσεις ή σε κοπιώδεις διεκπεραιώσεις.
Καμιά φορά αισθανόταν απελπισία.
Η μοναξιά;
Οποιο συναίσθημα κι αν την κατέκλυζε, ερχόταν η φιλενάδα της και της έκανε παρέα. Η καλύτερή της φίλη της ήταν μια σοκολατένια φίλη, που κινδύνευε κι αυτή να λιώσει από τη ζέστη. Αλλοτε βρισκόταν μέσα σε μια πλακέτα σοκολάτα κι άλλοτε ήταν διάσπαρτη παντού: μέσα σε μπισκότα, σε παγωτά, καραμελίτσες, τούρτες, πάστες και ό,τι άλλο φανταζόταν ο νους της.
Οσες σαλάτες κι αν είχε ξεκινήσει, όσα ψητά ή βραστά κοτόπουλα κι αν είχε μαγειρέψει, όσες ποσότητες κι αν είχε περιορίσει, πάντα η γλυκιά της φίλη την περίμενε στη θέση της. Στο ψυγείο. Κι εκεί, όταν άνοιγε την πόρτα του, δεν είχε ανάγκη κανέναν, «συνομιλούσε» με τη γλυκιά της φίλη και η σοκολάτα την έκανε να αποχαυνώνεται και τα ξεχνούσε όλα: τι ζέστη, τι πρηξίματα, τι σκάσιμο… Ολα έπαιρναν γεύση παραδεισένια!
Την εποχή του καλοκαιριού βρισκόταν μπροστά στο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει. Παραπάνω κιλά ίσον οιδήματα, πιθανή υπέρταση, πρησμένα πόδια, και όλους τους γύρω να παρατηρούν το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο και να τη μαλώνουν που δεν κάνει δίαιτα. Ετσι αναγκαζόταν να ξαναπροσπαθήσει να χάσει βάρος. Τον χειμώνα έκρυβε τα κιλά κάτω από φαρδιά ρούχα, κάτω από αναβολές, καθυστερήσεις έναρξης δίαιτας μέχρι που έφτανε η άνοιξη και η καλυτέρευση του καιρού τής υπενθύμιζε τι έπρεπε να κάνει. Και όλο λίγο ακόμα, λίγο ακόμα, θα προλάβω να χάσω τα κιλά, κι έμπαινε για τα καλά το καλοκαίρι.
Ούτε μία ολόκληρη μέρα δεν μπορούσε να κρατήσει τη δίαιτα. Ηταν μια από τα ίδια κάθε χρόνο.
«Σαν να ‘‘ασθμαίνει’’ και βογκά, με ένα βογκητό που δεν φαίνεται, ούτε ακούγεται…» περιέγραφε την πρώτη φορά που με επισκέφτηκε στο γραφείο μου μέσα καλοκαιριού.
«Για το σώμα σας μιλάτε;» τη ρώτησα.
«Ναι, μου τη δίνει που δεν μπορεί και κουράζεται».
«Μήπως κάτι σας λέει; Κάτι αρνιέται;»
Νυχτολούλουδο
Το πανέμορφο νυχτολούλουδο (Oenothera biennis L.) δικαίως έλαβε το όνομά του. Τα όμορφα κίτρινα άνθη του ανοίγουν κατά την έναρξη της νύχτας μέχρι και τις πρώτες πρωινές ώρες. Μόλις λάμψει ο ήλιος, αυτά μαραίνονται.
Οι αρχαίοι Ελληνες εκτιμούσαν πολύ αυτό το φυτό και το κατανάλωναν ως «μεζέ» με το κρασί. Μάλιστα πίστευαν ότι μπορεί να δαμάσει άγρια ζώα του αγρού. Ετσι ίσως εξηγείται το επίσημο όνομα που του δόθηκε που κατάγεται από τις λέξεις «οίνος» και «θεριό».
Καταπραΰνει το δέρμα από κνησμό και ερεθισμό. Το έλαιό του, που είναι πλούσιο σε λινολεϊκό οξύ, προστατεύει το δέρμα από την αφυδάτωση και το βοηθάει να παραμένει φρέσκο και νεανικό.
Περιέχει επίσης πολυακόρεστα λιπαρά οξέα που βοηθάνε το σώμα να παράγει αντιφλεγμονώδεις και αναλγητικές ορμόνες (προσταγλανδίνες τύπου 1).
Από την ιστοσελίδα «Η τροφή μας το φάρμακό μας».
