Τα καλά νέα είναι ότι όλα πηγαίνουν καλά με βάση το κυβερνητικό αφήγημα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υπόσχεται καλύτερες μέρες, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρχει κανένας έλεγχος στις επιλογές της και δεν θα εκφράζεται κανένα μίζερο παράπονο για τα αποτελέσματα των όποιων επιλογών της. Το περιθώριο του δημοκρατικού ελέγχου και των κοινωνικών αντανακλαστικών συρρικνώνεται ως μικρότερο αναγκαίο κακό που θα αντισταθμιστεί από τα μεγαλύτερα οφέλη τα οποία θα προκύψουν από τη συνέχιση της κυβερνητικής πολιτικής.
Τα κακά νέα που βρίσκονται πίσω από όλη την παραπάνω ενάρετη ιστορία είναι ότι δεν υπάρχει παρόν. Μάλλον το παρόν είναι κάτι σαν απαγορευμένος καρπός· κάτι που δημιουργεί χώρο για να κρυφτούν τα κουσούρια· κάτι που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος για να καταδικάσει ένα φαύλο παρελθόν που μας οδήγησε εδώ και να περιγράψει με καθαρά σωτηριολογικούς όρους ένα μέλλον που πιθανόν δεν θα έρθει ποτέ. Γιατί, όπως ξέρουν ακόμα και τα παιδιά, οι καλές μέρες χτίζουν στέρεη βάση για ακόμα καλύτερες.
Αλλά σε πείσμα του παραπάνω δηλητηρίου -δηλαδή, ότι δύσκολα θα έρθουν καλύτερες μέρες- και στον βαθμό που, λίγο-πολύ, έχουν ολοκληρωθεί οι εσωκομματικές ανακατατάξεις των βασικότερων πολιτικών δυνάμεων που θα διεκδικήσουν την κυβέρνηση της χώρας, τότε, ακόμα και με βάση τις πιο καλοβαλμένες αντιπολιτευτικές ιδέες, δεν θα έχουμε κάτι άλλο να πούμε, παρά να περιμένουμε ολοένα και καλύτερες μέρες.
Περιμένοντας, λοιπόν, τις καλύτερες μέρες, το παρόν εξοβελίζεται από τον χώρο της πραγματικής ζωής στον χώρο του πουθενά, όπου εντούτοις εμπεδώνεται η εξωφρενική απουσία του χρόνου. Η κατάσταση γίνεται κάτι σαν το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ, όπου στην εξέλιξη -και σε πείσμα όλων των κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών δεδομένων αλλά και των συμπερασμάτων όλων των σχολών σκέψης- δεν υπάρχει καμία απολύτως εξέλιξη. Για να μείνουμε στον 21ο αιώνα, στην Ελλάδα, λόγου χάρη, όσα έγιναν πριν από τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό αλλά και κατά τη διάρκεια της κατανόησης και της θεραπευτικής του εκτροχιασμού, σήμερα επαναλαμβάνονται με άλλους όρους, σε διαφοροποιημένες συνθήκες, με άλλες αιτίες και σε άλλο χρόνο – σημειώστε, όμως, με τα ίδια περίπου πολιτικά πρόσωπα και με τις ίδιες αδέξιες απαντήσεις.
Βέβαια, για το ότι τα ελληνικά νοικοκυριά ασφυκτιούν με τους λογαριασμούς του ρεύματος, δεν έχουμε ξεκάθαρες απαντήσεις. Ούτως ή άλλως, η κυβέρνηση έχει άλλοθι ότι πήρε μέτρα που, αν δούμε την υλοποίησή τους, θα τα αισθανθούμε -αν τα αισθανθούμε- από τον Σεπτέμβριο. Αντ’ αυτού, έχουμε πολλά στοιχεία που συγκρίνουν τις διακοπές ρεύματος την περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. με την παρούσα περίοδο, έχουμε ανακοινώσεις ότι η Ελλάδα έχει την πιο φτηνή τιμή ρεύματος, και πολλές ανακοινώσεις για τις αιτίες ανόδου της τιμής, και ακόμα περισσότερες ανακοινώσεις ότι για την κόλασή μας φταίει… το προπατορικό αμάρτημα. Εν τω μεταξύ υπάρχει και ο περίεργος πολλαπλασιασμός των εισπρακτικών εταιρειών που καλούν στα τηλέφωνά τους τους καταναλωτές να εξοφλούν εγκαίρως τους υπέρογκους λογαριασμούς τους «επί ποινή άμεσης διακοπής του ρεύματος».
Επισήμως, όπως και με την περίπτωση του χρέους, όπως και με την περίπτωση της πανδημικής κρίσης, έτσι και εδώ, έχουμε την ίδια σύγχυση η οποία ανάγεται στη σφαίρα της ηθικής. Και όλο αυτό γίνεται με την ίδια ευκολία που φοράμε τις κάλτσες μας, παράλληλα με την εξαφάνιση του παρόντος από την κλίμακα των χρονικοτήτων. Για την κόλασή μας φταίει κάποιος άλλος – με τους όρους του Ζαν Πολ Σαρτρ στο «Κεκλεισμένων των θυρών». Και εφόσον κάποιος στο τέλος θα πρέπει να πληρώνει τον λογαριασμό, και εφόσον «ο τζάμπας μάς τελείωσε», ο υπεύθυνος είναι ο χρήστης της ενέργειας: ο πάλαι ποτέ παντοδύναμος και θεοποιημένος καταναλωτής.
Προφανώς, η χώρα τη ασφυξίας είναι εδώ, με όλα τα προβλήματα της απελπισίας, της φτώχειας που λοιδορείται, της αύξησης των ανισοτήτων, της απουσίας νοήματος ή στόχων, μαζί με όλα τα προβλήματα της διαφθοράς, της αναποτελεσματικότητας, της αναξιοκρατίας, της ευνοιοκρατίας και του νεποτισμού. Η χώρα της ασφυξίας έχει μια πρωτοτυπία ανάμεσα σε όλες τις άλλες πρωτιές (από το τέλος). Πνίγει κάθε καλό και στέλνει τους καλύτερους οπουδήποτε αλλού. Αδιαφορεί για την υγεία, την παιδεία και τη μόρφωση και τον πολιτισμό της και ενδιαφέρεται μόνον για μια καλύτερη τουριστική σεζόν. Είναι η χώρα της οποίας ο πρωθυπουργός ψάχνει την κατάλληλη στιγμή για να κάνει εκλογές. Είναι μια χώρα όπου, όλα και όλοι, καλά και στραβά, πατρίκιοι και πληβείοι, έχουν την «πατροπαράδοτη» συνήθεια να συμβιώνουν στον ίδιο χώρο, χωρίς τον παρόντα χρόνο και χωρίς αυτονόητες δυνατότητες διαφυγής.
