Με καθυστέρηση δύο ετών λόγω πανδημίας παρουσιάστηκε ο πολυαναμενόμενος και πολυδιαφημισμένος καινούργιος «Ριγολέττος» της ΕΛΣ στο κατάμεστο Ηρώδειο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Τη σκηνοθεσία υπέγραψε η καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Αθηνών, Κατερίνα Ευαγγελάτου, ενώ τους μονωδούς και τις δυνάμεις της ΕΛΣ διηύθυνε ο Λουκάς Καρυτινός. Παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα (2/6/2022) αποκομίζοντας από ακρόαμα και θέαμα συνολικώς άνισες εντυπώσεις.
Η διανομή περιλάμβανε Ελληνες μονωδούς και μία μετάκληση. Τον επώνυμο ρόλο ερμήνευσε ο έμπειρος, διεθνούς φήμης Ελληνας βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός, ο οποίος διέθετε όλα τα προσόντα ώστε να υπηρετήσει άριστα τον εμβληματικό ρόλο: ώριμη, γεμάτη, δυνατή, υγιή φωνή με πλούσια παλέτα ηχοχρωμάτων, καλή τεχνική και καλλιεργημένη μουσικότητα που εκφράστηκαν σε χορταστικό βερντιανό τραγούδι, άριστη αντίληψη της σύνθετης δραματουργίας του έργου έτσι όπως αυτή είναι εγγεγραμμένη πρωτίστως στη μουσική. Ο Ριγολέττος του υπήρξε εύστοχα πολυδιάστατος: τραχύς και τοξικός, βίαιος και τρυφερός, επιθετικός και ευάλωτος, συγκινητικά τραγικός. Ισως περισσότερο διανοούμενος, παρά αυθόρμητος.
Για τον ρόλο του έκλυτου Δούκα μετακλήθηκε ο Φραντσέσκο Ντεμούρο που είχαμε πρωτακούσει στον «Σιμόν Μποκκανέγκρα» της ΕΛΣ (2008). Στην απόλυτη ακμή των δυνάμεών του ο σήμερα 44χρονος Ιταλός τενόρος συνεισέφερε απολαυστικά μελωδικό, ηδύφωνο, καλοπλασμένο βερντιανό τραγούδι, ενσαρκώνοντας με αψεγάδιαστη ακρίβεια, άνεση και καλαισθησία τον ιδιαίτερων ισορροπιών ρόλο του.
Την Τζίλντα απέδωσε η υψίφωνος Χριστίνα Πουλίτση με τρόπο που φανέρωσε ότι δεν διέθετε τις απαραίτητες ανέσεις για να ανταποκριθεί στις γνωστές ομοίως υψηλές απαιτήσεις του ρόλου το ίδιο καλά με τους άντρες συναδέλφους της: το τραγούδι της ήταν διαπλασμένο με προσπάθεια και υπερβολική προσοχή, τα δύο άκρα της φωνητικής έκτασης ήχησαν βιασμένα, οι μελωδικές φράσεις συχνά κατατέμνονταν τεχνηέντως, ενώ η συμμετοχή της υπαγόρευε κατέβασμα των ταχυτήτων. Σε έναν ρόλο μάλλον αταίριαστο στις φωνητικές επιδόσεις της και στο ύφος του τραγουδιού της, η μεσόφωνος Μαίρη-Ελεν Νέζη ενσάρκωσε μια Μανταλένα αξιοπρεπή αλλά κάπως αμήχανη. Εξαιρετικός -στεντόρειος, τραχύς- στον σύντομο ρόλο του πληρωμένου δολοφόνου Σπαραφουτσίλε ήταν ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς.
Οι δευτερεύοντες ρόλοι -με κυριότερο όλων τον απογοητευτικά υποτονικό Μοντερόνε του βαθύφωνου Δημήτρη Κασιούμη- αποδόθηκαν μέτρια προκαλώντας ασυνέχειες ποιότητας και δραματουργικής έντασης στο ακρόαμα. Καλή ήταν μουσικά η απόδοση της Χορωδίας της ΕΛΣ στις ουκ ολίγες κομβικές συμμετοχές της. Ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός διηύθυνε το όλον με τη γνωστή πυγμή και συγκινησιακή αμεσότητα, λαμβάνοντας ωστόσο υπ’ όψιν -έμπειρος γαρ!- τις δυνατότητες των μονωδών. Καλή και ακριβής ήταν η ανταπόκριση της Ορχήστρας της ΕΛΣ.
Το θέαμα που παρακολουθήσαμε στο Ηρώδειο ήταν υπεραναλυτικά σκηνοθετημένο και κινήθηκε πέραν, ενίοτε ερήμην ή και εναντίον της καθαρόαιμα ρομαντικής μουσικής του Βέρντι. Πρόκειται για πρακτική καθιερωμένη πλέον στο θέατρο, που όμως λόγω της μουσικής δεν εφαρμόζεται δίχως σοβαρές αντιστάσεις ή ατυχήματα στην όπερα. Ο «Ριγολέττος» ουδέποτε έπαψε να παίζεται από τότε που πρωτοανέβηκε το 1851. Στα αναρίθμητα ανά τον κόσμο σκηνικά του ανεβάσματα έχουν δοκιμαστεί όλες οι διαδοχικές εκδοχές σκηνοθετικού εκσυγχρονισμού που επικράτησαν από τη δεκαετία του ‘80.
Από τότε δε που ο Τζόναθαν Μίλερ τον σκηνοθέτησε για την Εθνική Οπερα της Αγγλίας (1982), η μεταφορά της δράσης στο περιβάλλον του ιταλικού μαφιόζικου υπόκοσμου του 20ού αιώνα έχει ενταχθεί στον σκηνοθετικό κανόνα. Συνεπώς η ιδέα της σκηνοθέτριας να μεταφέρει τη δράση στο περιβάλλον του διεφθαρμένου υπόκοσμου των κιτσάτων ιταλικών ‘80ς, με αναφορές στον κινηματογραφικό «Νονό» (1972) του Κόπολα, ήρθε -περίπου αβίαστα- ως απενοχοποιημένη δευτερολογία.
Κύριο πρόβλημα με την σκηνοθεσία της Ευαγγελάτου υπήρξε η υπερκινητική, υπερφορτωμένη από υποτίθεται κριτικό επισχολιασμό αυτονόμησή της από τη μουσική, γεγονός που εισήγαγε βεβιασμένα μια οπτική αφήγηση παράλληλη και ενίοτε διαφορετική από αυτήν του ακροάματος, λειτουργώντας τελικά ως περισπασμός στην παρακολούθηση.
Ούτε αισθητικά ήταν συμβατό το θέαμα με τη μουσική, η δε υπερβολή σε συνειδητά ακαλαίσθητα στοιχεία χυδαίου, αγοραίου ερωτισμού (αναπαράσταση αυνανισμού από τον Ριλογέττο/κλόουν, «χούφτωμα» Τζίλντας, ορδή πορνών στην τελευταία πράξη) και ωμής βίας (στραγγαλισμός Μοντερόνε, δις αιμόφυρτη Τζίλντα: από βιασμό και μαχαίρωμα) υπήρξε από αδιάφορη έως απωθητική.
