Οταν προσεγγίζουμε τη νεοελληνική ποίηση -τη σημαντικότερη δηλαδή νεοελληνική τέχνη- συνήθως το κάνουμε με τρόπο μη ποιητικό. Εστιάζουμε στα βιογραφικά στοιχεία του ποιητή, την ιστορική περίοδο με την οποία συνομιλεί, την ιδεολογία και τη φιλοσοφία του. Πολλές φορές εντάσσουμε σε αυτό το πλαίσιο και στοιχεία πιο κοντά στη λογοτεχνικότητά του, δηλαδή τις επιρροές τις οποίες είχε (και κάποιες φορές αυτές που στη συνέχεια δημιούργησε) και το καλλιτεχνικό ρεύμα στο οποίο ανήκε (σουρεαλισμό, συμβολισμό, στράτευση κτλ).
Σπάνια -τουλάχιστον σε έναν λόγο που να υπερβαίνει τα συγγράμματα για ειδικούς- αναφερόμαστε στα μορφολογικά χαρακτηριστικά. Οχι τόσο τα εξωτερικά μορφολογικά χαρακτηριστικά (ελεύθερος στίχος, ομοιοκαταληξία κτλ) όσο αυτά που αποτελούν την ψυχή του ίδιου του ποιήματος. Στόχος του συγκεκριμένου άρθρου είναι μια πρώτη ψηλάφηση και μια δοκιμή κωδικοποίησης κάποιων κυρίαρχων μορφολογικών χαρακτηριστικών της νεοελληνικής ποίησης που συναντιούνται σε διαφορετικές γενιές και κάτω από διαφορετικές ιδεολογίες και ποιητικές φιλοσοφίες και ουσιαστικά δίνουν σχήμα στους τρόπους της νεοελληνικής ποιητικής.
Αν θα θέλαμε να περιγράψουμε δύο κυρίαρχους τρόπους της νεοελληνικής ποίησης με βάση το μορφολογικό τους κέντρο, το ένα θα είχε ως αφετηρία τον Διονύσιο Σολωμό και το άλλο τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Τόσο ως εμβληματικούς ποιητές που παγίωσαν τη μορφή του ποιήματος και την προσέγγιση της γραφής, όσο και ως δυο ποιητικές καταθέσεις που με το παράδειγμά τους συμπυκνώνουν τάσεις που προϋπήρχαν και κυρίως τάσεις που ακολούθησαν το παράδειγμά τους.
Από τον Σολωμό μπορούμε να αντλήσουμε το παράδειγμα του στίχου-ποιήματος. Μιας μορφικής δηλαδή επιλογής όπου ο κάθε στίχος μπορεί να λειτουργήσει τόσο αυτοτελώς όσο και ως μέρος ενός όλου. Σε αυτό σημαντικό ρόλο παίζει όχι μόνο η επίπονη και επίμονη επεξεργασία του ποιήματος από τη μεριά του Σολωμού όσο και το (τυχαίο) γεγονός πως πολλά από τα έργα του έχουν φτάσει ώς εμάς σε μορφή σπαράγματος.
Η αυτοτέλεια του στίχου δεν είναι φυσικά το μόνο χαρακτηριστικό, αλλά είναι το χαρακτηριστικό αυτό που ορίζει μια συγκεκριμένη ποιητική, μια προσέγγιση της μορφής του στίχου. Στη σειρά αυτή που ξεκινά από τον Σολωμό θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε τον Ελύτη, τον Καρούζο και άλλους ποιητές διαφορετικών γενεών, ιδεολογιών και θερμοκρασιών, που εστίασαν στη συγκρότηση της αισθητικής και νοηματικής αυτοτέλειας της ελάχιστης ποιητικής μονάδας: του στίχου.
Από τον Καβάφη μπορούμε να πούμε πως μπορούμε να αντλήσουμε το δεύτερο παράδειγμα, τον τρόπο του σκηνοθετημένου ποιήματος, του ποιήματος ως μιας πράξης γλωσσικής σκηνοθεσίας. Του ποιήματος ως ενός συνόλου εξαρτημένου από τα μέρη, τη ροή και την αρχιτεκτονική του. Ενα παράδειγμα που υπό τελείως διαφορετικούς όρους είναι ανιχνεύσιμο στην ποίηση του Σεφέρη και στον σουρεαλισμό του Σαχτούρη και μια σειρά από ποιητές διαφορετικών τρόπων και διαφορετικού ύφους.
Οι τάσεις και οι τρόποι αυτοί δεν ξεκινούν από τους δύο κορυφαίους νεοέλληνες ποιητές. Είναι ανιχνεύσιμοι στο σύνολο της παγκόσμιας ποίησης. Πριν από αυτούς και ακόμα πιο έντονα μετά από αυτούς, χωρίς να έχει παρεμβληθεί κάποια επιρροή. Πολλοί άλλοι ποιητές (ο Ρίτσος είναι ένα αυτονόητο παράδειγμα) μπορούν να παίζουν με όμοια ευκολία και με τους δύο τρόπους. Παρ’ όλα αυτά, στην ελληνική εκδοχή της ποίησης οι δύο αυτοί τρόποι περιγράφονται και συμπυκνώνονται από τους δύο σημαντικότερους εκφραστές της με τρόπο τέτοιο ώστε να δημιουργούν δύο παράλληλα ποτάμια ποιητικής δημιουργίας.
(Και φυσικά θα επιστρέψουμε με πιο συγκεκριμένους όρους για την ποιητική αυτή υπόθεση σε επόμενα άρθρα.)
