Αληθινά εξέπληξε η συναυλία που έδωσε η ΚΟΑ υπό τον Βασίλη Χριστόπουλο στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής στις 6/5/2022 ενώπιον αισθητά περιορισμένου ακροατηρίου. Το πρόγραμμα περιλάμβανε μόνο ένα έργο, την τεράστιας διάρκειας «Συμφωνία αρ.8, Αποκαλυπτική» (1884/87) του Αντον Μπρούκνερ. Η μουσική του Αυστριακού συνθέτη αποτελεί ένα από τα μείζονα κεφάλαια στο απόθεμα της μεγάλης αυστρογερμανικής παράδοσης του ώριμου Ρομαντισμού και μέχρι σήμερα η υποδοχή τους από το ευρύ κοινό των φιλόμουσων είναι είτε απροκάλυπτα εχθρική, είτε λάβρα ενθουσιώδης.
Γραμμένες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μεταξύ 1868 και 1896, οι εννιά Συμφωνίες Μπρούκνερ συνιστούν ένα υφολογικό και μουσικ(ολογικ)ό παράδοξο. Οπως έχει επισημάνει ο αρχιμουσικός Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ, παρότι η γραφή είναι της εποχής, δηλαδή ρομαντική, του ώριμου 19ου αιώνα, η μορφή είναι κλασική, ενώ τη μουσική διέπει ένα πνεύμα ρομαντικής αναπόλησης του Μεσαίωνα.
Επιπλέον φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα και με το «νόημά» τους, αφού κατά την πρόσληψή τους συχνά αποκαλύπτεται ένα επίμονα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε όσα -με φειδώ- έχει καταθέσει για τα συμφραζόμενα και τη δραματουργία τους ο ίδιος ο συνθέτης και σε όσα υψιπετή και υπερβατικά τείνουν να αντιλαμβάνονται αυθόρμητα οι κοινοί ακροατές αλλά και ιστορικοί της μουσικής και της τέχνης γενικότερα. Σε κάθε περίπτωση βέβαια ισχύει το ότι όταν ένα έργο τέχνης φύγει από τα χέρια του δημιουργού και περάσει στους φυσικούς παραλήπτες του -εν προκειμένω στο παγκόσμιο φιλόμουσο κοινό του εκάστοτε παρόντος-, τότε αυτό αυτονομείται νοηματικά και καταλήγει να ταυτίζεται, να είναι αυτό που σημαίνει για την πλειονότητα. Το πρόβλημα αυτό δεν απουσιάζει από την «8η Συμφωνία».
Τέλος, στους φιλόμουσους είναι γνωστή η ιστορία με τις διαρκείς αναθεωρήσεις των Συμφωνιών του Μπρούκνερ τόσο από τον δημιουργό τους όσο και από τους επιγενόμενους (Σαλκ, Χάας, Νόβακ), γεγονός που έχει δημιουργήσει αληθινό πονοκέφαλο στους μουσικολόγους και εκδότες, ενώ επιτρέπει στους αρχιμουσικούς να κάνουν δικές τους επιλογές, ακόμη και συνδυασμούς…
Για την εκτέλεση στην Αθήνα ο αρχιμουσικός και πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής της ΚΟΑ, Βασίλης Χριστόπουλος, επέλεξε έναν συνδυασμό των δυο εκδόσεων του Νόβακ (1887, 1890), στοχεύοντας «στη βέλτιστη δραματουργική υποστήριξη και ανάδειξη της μουσικής δύναμης και εκφραστικότητας αυτής της εμβληματικής δημιουργίας». Η συναυλία άφησε άριστες εντυπώσεις, επιβεβαιώνοντας για πολλοστή φορά το πόσο καλά μπορεί να παίξουν οι μουσικοί της σημερινής ΚΟΑ -όταν γράφτηκε το έργο είχε θεωρηθεί ότι ήταν αδύνατο να παιχτεί!-, ειδικά όταν έχουν επικεφαλής έναν ικανό αρχιμουσικό με ταιριαστές ευαισθησίες και γνώση του ρεπερτορίου.
Στην αναμέτρησή του με τον Μπρούκνερ ο Χριστόπουλος επένδυσε πρώτα απ’ όλα στη διάπλαση ενός ήχου μεγάλου, ρωμαλέου και στιβαρού, αλλά ταυτόχρονα πτητικού, με ελεγχόμενα διαβαθμισμένες εσωτερικές δυναμικές και ιδιαίτερα φροντισμένη φραστική. Επίσης επέλεξε σκόπιμα διάταξη εγχόρδων που, μέσω αντιθέσεων χροιάς, ενίσχυε τη διαφάνεια του συνολικού ήχου τους: κοντραμπάσα και πρώτα βιολιά αριστερά, δεύτερα βιολιά και βιόλες δεξιά, τσέλα στη μέση.
Οι κρίσιμες αυτές επιλογές υποστήριξαν τέλεια το ιδεώδες της υπερβατικών συμφραζομένων «γοτθικής» δραματουργίας. Με βάση το άρτια προετοιμασμένο σώμα των εγχόρδων ως καμβά της συμφωνικής δράσης, ο έμπειρος Χριστόπουλος οργάνωσε προσεκτικά και ταιριαστά όλα τα συστατικά του μπρουκνερικού μουσικού συντακτικού: το επιτηδευμένα νωχελικό, βαρύθυμο ξετύλιγμα του ειρμού και τις «κουρασμένες» επανεκκινήσεις του, τις βίαιες κορυφώσεις με τους βροντερούς βρυχηθμούς του σώματος των χάλκινων πνευστών, τα μοναχικά σόλι των ξύλινων (εξαιρετικό το όμποε του Γιάννη Οικονόμου!) επάνω στο αραιό υφάδι των εγχόρδων, τις καίρια μετρημένες στίξεις που οδηγούν σε απότομες σιωπές, τις κολοσσιαίες, σωρευτικά εντεινόμενες κορυφώσεις. Μακράν του να αντιμετωπίσει τη μουσική εγκεφαλικά, τη διαπότισε απ’ αρχής μέχρι τέλους με σωστά ζυγιασμένες και χρονισμένες δόσεις από ευγενές συναίσθημα, κατάνυξη, αίσθηση εκστατικής ενατένισης κ.λπ.
Επιπλέον η άγρυπνη εποπτεία της εκδίπλωσης της μουσικής σε συνδυασμό προς την ακρίβεια διάπλασης της φραστικής κράτησαν το ακρόαμα ελεύθερο από κάθε έκπτωση οφειλόμενη σε περιττά ντεσιμπέλ, «μουτζούρωμα» του συμφωνικού ήχου ή εκτροπές αποσυντονισμού στις παραγράφους όπου το ρυθμικό στοιχείο δεσπόζει προσλαμβάνοντας κατονομαστικά εμβατηριακό χαρακτήρα.
