ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Θωμάς Τσαλαπάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Περίληψη προηγουμένου: Βρίσκομαι στο Τορίνο και μένω στο Hotel Roma ακριβώς στο διπλανό δωμάτιο από αυτό όπου, το 1950, ο ποιητής και μυθιστοριογράφος Τσέζαρε Παβέζε έβαλε τέλος στη ζωή του.

Το δωμάτιο είναι περισσότερο στενό παρά μικρό. Οι λεπτομέρειες μαρτυρούν την ηλικία του. Τα παλιά, διπλά παράθυρα. Το ξύλινο πάτωμα που τρίζει. Οι μορφές των επίπλων και της συσκευής του τηλεφώνου. Ναι. Είναι ένα δωμάτιο που θα μπορούσε να μην έχει αλλάξει καθόλου από τη δεκαετία του ‘50 μέχρι σήμερα. Ετσι, ακόμα και αν οι χρόνοι μας δεν συναντήθηκαν ποτέ με τον κάποτε θαμώνα του διπλανού δωματίου, συνυπάρχουν.

Τις νύχτες, μέσα στην πλήρη μόνωση του δωματίου, στεκόμαστε μέσα στη σιωπή. Είναι μια σιωπή που μοιραζόμαστε. Μια σιωπή που πέφτει όμοια σε ζωντανούς και σε νεκρούς. Προσπαθώ να ανακαλέσω την όψη σου ποιητή, να τη δω με σάρκα και οστά, με την καθημερινή λεπτομέρεια του τετριμμένου να γεμίζει τον χώρο σου. Προσπαθώ να ερμηνεύσω την κοινή αυτή σιωπή όχι ως απουσία, αλλά ως όψη και κίνηση. Ενός ανθρώπου, όχι ενός λογοτέχνη. Μιας αγωνίας, όχι ενός ανθρώπου. Μιας ζωής γεμάτης που εκβάλλει ολόκληρη σε μία νύχτα στο διπλανό από εμένα δωμάτιο. Πώς καταλήγουν όλα εδώ; Τι μένει εδώ;

Τώρα είναι νύχτα. Και τώρα είναι σκοτάδι. Τα πράγματα αφήνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις. Γίνονται υποθέσεις. Ενδείξεις μιας παρουσίας περισσότερο παρά παρουσίες καθ’ εαυτές. Μπορούμε έτσι εύκολα να υποθέσουμε, να δώσουμε νέες διαστάσεις, να γεμίσουμε τον χώρο διαφορετικά. Ας υποθέσουμε λοιπόν. Ας υποθέσουμε πως ο ήχος αυτός που ακούω πίσω από τον τοίχο που βρίσκεται κολλητά στο κρεβάτι μου είναι βηματισμός. Και γιατί όχι, ο δικός σου βηματισμός ποιητή.

Σε ακούω να περπατάς, ποιητή, σαν πληγωμένο ζώο που όλοι ξέχασαν και αυτό έμεινε μόνο του στο απόκρημνο κελί του. Παγωμένο στον χρόνο, επιτελώντας διαρκώς την απόδειξη της απουσίας του. Διασχίζοντας ξανά ολόκληρο το παρελθόν σαν μια στιγμή κυκλική. Ενώ όλοι οι υπόλοιποι σε καλούν διαρκώς να αποδείξεις πως δεν υπάρχεις. Πες μου, ποιητή, πού θα σταθούμε απόψε. Σήμερα που όσα αφήσαμε πίσω μας ζητούν να μας συναντήσουν. Ενα κουβάρι όλα, αναμνήσεις και παρουσίες, υποθέσεις και ενδείξεις, ζωντανοί και νεκροί.

Είναι το σκοτάδι και είναι η νύχτα, είναι το ταξίδι και είναι η κούραση. Ή ίσως τελικά αυτή η εξάντληση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Ολο αυτό το παρόν που κυμαίνεται. Ανάμεσα σε κρίσεις απανωτές και μαζικούς πανικούς, ανάμεσα σε ξεχασμένους κίνδυνους που διαρκώς επανέρχονται, ανάμεσα σε τραύματα συλλογικά που κανείς δεν είχε υποθέσει.

Είμαστε πια κι εμείς όντα της φαντασίας. Αλλά δεν γνωρίζουμε αυτόν που διαρκώς μας υποθέτει. Με τρόπο όμοιο με αυτό που τώρα εγώ σε υποθέτω πίσω από τον τοίχο που χωρίζει τα δυο μας δωμάτια. Και δεν ξέρουμε αν τελικά το μυαλό μας απόψε απλώς σε επαναφέρει, σε βάζει να περπατάς ένα γειτονικό δωμάτιο ή αν είμαστε τελικά εμείς προβολές της δικής σου σκέψης. Μια υπόθεση για κάποιο μυθιστόρημά σου που διαδραματίζεται σε κάποιο μακρινό 2022.

Γιατί όταν καλείς τους νεκρούς γίνεσαι μέρος της δικής τους αφήγησης. Σταματάς για λίγο να υπάρχεις και έτσι ισόποσος συνομιλείς με αυτούς που δεν υπάρχουν πια. Γίνεσαι υπόθεση αυτών που υποθέτεις. Και εκεί οι παρουσίες και οι απουσίες ταυτίζονται σαν δυο όψεις της ίδιας σελίδας χαρτιού.