Ο, ας τον πούμε, Π είναι σπουδαίος στη δουλειά του, καλλιτέχνης, πολυτάλαντος. Σε ανυποψίαστο χρόνο, με αφορμή μια επίσκεψη στον γενέθλιο τόπο, ξεκίνησε να δημοσιεύει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια. Περιγραφές για το πώς ήταν η γειτονιά του, πληροφορίες για την ανθρωπογεωγραφία της, περιστατικά με τους φίλους του. Οι μικρές λεπτομέρειες που θυμόταν προσέδωσαν στη σειρά των εκμυστηρεύσεων κάτι βαθιά ανθρώπινο προδίδοντας την τρυφερή ματιά του.
Ανάμεσα στις ιστορίες που μοιράστηκε και η ακόλουθη: «Και μια τραυματική εμπειρία από την παιδική μου ηλικία. Στο στρατόπεδο του Στρεμπενιώτη, όταν ήταν ακόμα μια αχανής αλάνα, πηγαίναμε σχολικές εκδρομές. Δεν κάναμε τίποτα εκεί, απλώς παίζαμε όλη τη μέρα. Σε μια από αυτές, πρέπει να ήμουν στη δευτέρα τάξη, δυο κορίτσια από την έκτη, που μου έριχναν δυο κεφάλια στο μπόι, αποφάσισαν ότι εγώ θα ήμουν το παιχνίδι τους. Με ξεμονάχιασαν, πήραν δυο βίτσες και μου όργωναν τα μπούτια σ’ όλη την εκδρομή. Μιλάμε για σαδισμό αλλά ήμουν πολύ κούτσικος και φοβόμουν να αντιδράσω. Το χειρότερο ήταν όταν γύρισα στο σπίτι και έπρεπε να εξηγήσω στη μάνα μου τις κοκκινίλες στα πόδια. Ημουν το θύμα αλλά ντρεπόμουν πάρα πολύ. Κάπως, νομίζω, την ξεγέλασα ότι είχα πέσει σε ένα φυτό με αγκάθια και καταγδάρθηκα. Πάντως ποτέ δεν είπα την αλήθεια».
«Πόσο καιρό το κουβαλούσες ανείπωτο;», του έγραψα. «Ε, καμιά 45αριά χρόνια», μου απάντησε. «Και μετά αναρωτιούνται πώς οι άλλοι καταγγέλλουν βιασμούς μετά από τόσα χρόνια», του έγραψε μια άλλη φίλη.
ΥΓ.: Συνειρμός: Η αναχώρηση του ευγενούς και ελευθεροφρονούντος Κωνσταντίνου Τζούμα που συνέπεσε με την οπισθοδρομική απαγόρευση των αμβλώσεων ως περίγραμμα του τέλους μιας εποχής.
