Αμα σου έχει δώσει η ζωή τη σπάνια τύχη να γνωρίσεις κάποιους σημαντικούς ανθρώπους, που αλλάζουν κάθε μέρα, τότε αυτομάτως κάθε φορά κάνεις τη σύγκριση με τους υπόλοιπους. Συγκινήθηκα που έμαθα για τον θάνατο του Βαγγέλη Παπαθανασίου, γιατί ο Βαγγέλης ήταν άνθρωπος, με επαγγελματισμό και αξιοπρέπεια.
Ηταν βαθιά αξιοπρεπής και πολύ σεμνός. Ηταν επαγγελματίας ακόμα και στο πιο μικρό πραγματάκι που αφορούσε τη δουλειά του…
Οταν κυκλοφόρησε ένας από τους τελευταίους δίσκους του, ήξερα πως δεν θα έδινε συνεντεύξεις, παρ’ όλα αυτά για να του δείξω πως ενδιαφερόμουν γι’ αυτόν ζήτησα από δυο-τρεις διαφορετικές πλευρές να του μεταφέρουν πως θα ήθελα πολύ να κάναμε μια συνέντευξη. Στο παρελθόν μού είχε δώσει, οπότε δεν ήμουν ένας άγνωστος. Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, όμως, με πήρε ο ίδιος τηλέφωνο από το Παρίσι προσπαθώντας να μου εξηγήσει για ποιο λόγο δεν θα μου δώσει τη συνέντευξη και για ποιο λόγο θα έδινε μόνο 4 σε όλο τον κόσμο· και μετά αρχίσαμε να μιλάμε για το σινεμά τού σήμερα μέσω τηλεφώνου Αθήνα – Παρίσι. Αυτό βέβαια με ενδιέφερε περισσότερο από οποιαδήποτε συνέντευξη.
Οταν κάποια στιγμή τού ζήτησα αν γίνεται να φωτογραφήσω με έναν φωτογράφο το Οσκαρ του που είχε στο σπίτι της Αθήνας πίσω από το προεδρικό μέγαρο, δεν είχε αντίρρηση. Θυμάμαι πως το είχε σε μπλε βελούδινο σακούλι και κάθε άλλο παρά το περιφρονούσε, όπως διέδιδαν πολλοί. Μου είχε κάνει εντύπωση η διακόσμηση του πολυώροφου σπιτιού του στην οδό Μελάγρου, αν θυμάμαι καλά, που ήταν εντυπωσιακά παράξενη αλλά αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως θα το μεταφέρω στο χαρτί και στη δημοσιότητα…
Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου ως άνθρωπος σε κέρδιζε γιατί ήταν ένας σταρ που όπως είναι οι πραγματικοί σταρ δεν έκανε ψευτοκατινισμούς. Ο άνθρωπος Βαγγέλης Παπαθανασίου ήταν ευγενής και αν σου έλεγε «ναι» για κάτι, ήταν «ναι». Ο καλλιτέχνης όμως Βαγγέλης Παπαθανασίου, που έζησα σε όλες τις πρόβες σχεδόν της «Μυθωδίας» πριν καμιά 20αριά χρόνια στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, ήταν μεγαλειώδης. Εζησα όλο αυτό το πάθος του μεγάλου καλλιτέχνη και τη σημασία που έδινε στην παραμικρή λεπτομέρεια. Ετρεχε πάνω κάτω προσέχοντας κάθε μικρό και μεγάλο πράγμα που θα μπορούσε να του αλλάξει το όραμα.
Κάποιος που στα 20 του χρόνια κάνει όλη την Ελλάδα να χορεύει έναν χορό δικής του έμπνευσης, την «Μπιάνκα», και που πριν κλείσουν 20 χρόνια από την «Μπιάνκα» κερδίζει το Οσκαρ Μουσικής, ένας άνθρωπος που δούλεψε σε ολόκληρο τον πλανήτη και τον σεβόταν ολόκληρος ο πλανήτης, αλλά που η Ελλάδα δεν τον τίμησε όσο του άξιζε. Δεν παραπονιόταν, αλλά έβλεπες ότι υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού του.
Θα μπορούσα να του πω από αυτή τη γωνιά της εφημερίδας ένα «Καλό ταξίδι» και να του πω επίσης πως ήταν τόσο σπουδαίος που το έργο του θα μείνει. Ηταν όμως και τόσο υπέροχος άνθρωπος που όσοι είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε, έστω και λίγο, θα τον έχουμε στην καρδιά μας για πάντα.
