Ελπίζω να μην υπήρξε ούτε ένας που να επισκέφτηκε τη Στέγη περιμένοντας να δει μια κάποια θεατρική μεταφορά του έργου της Σέλεϊ από τη Λένα Κιτσοπούλου -ίσως μάλιστα οι θεατές που είδα να φεύγουν καταμεσής της παράστασής της να ανήκαν σε αυτούς τους ελάχιστους εξαπατημένους. Οχι τόσο γιατί κανείς πια δεν περιμένει από την Κιτσοπούλου μια «αστική» παράσταση, με αρχή, μέση και τέλος, συνοχή και δραματουργική συνέπεια, διασκεδαστική στο κοινό, επωφελή του συστήματος. Είναι γιατί οι πολλοί που την ακολουθούν και τη στηρίζουν στον μοναχικό της δρόμο -έχω πει και παλιά πως το νευρικό σύστημα του θεάτρου μας αντέχει προς το παρόν μόνο μία Κιτσοπούλου-, γνωρίζουν καλά πως ο δικός της «Φρανκενστάιν» δεν θα δείξει καταρχήν τίποτα άλλο παρά τη συνάντηση με τα δικά μας τέρατα.
Σαν μέρος μιας διαρκούς επιτέλεσης σε συνέχειες, το «Φρανκενστάιν», επιχειρεί να συλλάβει την ίδια την καλλιτέχνιδα καθώς πειραματίζεται με τα όρια της αντοχής του κοινού. Για μια ακόμη φορά θα δούμε (σχεδόν) τα πάντα: ασταμάτητο ξεφωνητό, ανελέητο κυνισμό, αχαλίνωτη πρόκληση, αδιαφορία για τις αντιδράσεις, όξυνση της κριτικής. Είναι ελαττώματα αυτά; Για κάποιον/α άλλον/η πιθανόν ναι. Για την Κιτσοπούλου, όχι…
Γι’ αυτήν το κοινό επιφύλαξε ήδη το πιο ακριβό είδος ασυλίας, την ειδική μεταχείριση που αντιστρέφει τις εκατέρωθεν προσδοκίες: στο πολύ ελεγχόμενο περιβάλλον της Συγγρού ένα κοινό –που δεν το λες και λούμπεν– περιμένει, υπομένει και στο τέλος χειροκροτεί μια παράσταση που κατά βάθος το αποστρέφεται. Το πώς γίνεται αυτό, να βλέπουμε κάποιον να ψυχαγωγείται με την ίδια του την αποδόμηση, είναι κάτι που ξεπερνά τους σκοπούς αυτής της στήλης. Ας πούμε μόνο πως η αστική τάξη βρίσκει πάντα λόγους να καλοπιάνει τους εμπρηστές της.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να αναζητούμε τον αληθινό Φρανκενστάιν εντός της παράστασης -με την έννοια του τέρατος, βρίσκεται στην πραγματικότητα εκτός σκηνής. Το έργο της Κιτσοπούλου ανήκει στο είδος του υπερρεαλιστικού δράματος που διαλύει χάριν της οργιώδους ειρωνείας κάθε τάξη και νόημα. Μια οικογένεια στην αρχή, κάτι σαν χρωματιστή γκραβούρα της Αγίας Οικογένειας του Διαφωτισμού, γύρω από το τραπέζι προβαίνει σε έναν φαρσικό διάλογο περί ανατροφής των παιδιών, έως ότου η μητέρα αποφασίζει να… πεθάνει. Και τότε το πίσω παραβάν κατεβαίνει και αποκαλύπτεται πίσω του ένα κανονικό -ρεαλιστικότατο- γραφείο κηδειών, στο οποίο η ίδια η οικογένεια μεταβαίνει για να συζητήσει με τον διευθυντή τα καθέκαστα της μελλοντικής κηδείας…
Θέλετε κι άλλο; Αρκεί να πω πως η πρώτη μισή ώρα της παράστασης είναι ίσως το μόνο μέρος της που φιλοδοξεί να κρατήσει κάποια δραματουργικά προσχήματα. Μετά το υπερρεαλιστικό φορτίο χύνεται σε ένα ντανταϊστικό παραλήρημα, που περιλαμβάνει μια αράχνη να κατεβαίνει από το πατάρι, τη νέα γέννα του λογοτεχνικού ήρωα Βίκτωρα Φρανκενστάιν από την Κιτσοπούλου, σε ζωντανή μετάδοση, ως κεραμίστα και ομοφυλόφιλου, σε ζευγάρι μάλιστα με το γλυκύτατο κατά τα άλλα Τέρας του, αλλά και σε περίεργη δέσμευση με την Ελίζαμπεθ – εκείνου του έργου της Σέλεϊ, που δεν ξέρω πόσοι θυμούνται ακόμη-, μέχρι τη στιγμή που ο πατέρας του σκοτώνει τον μικρότερο αδελφό του, τα φορτώνει όμως στο τέρας και επιβάλλεται μετά σαν τερατώδης βιαστής του γιου του.
Λησμόνησα πως στο μεταξύ ένας φίλος του Βίκτωρα θέλει να τον συνοδεύσει στο ταξίδι του στην Ελβετία, όμως τελικά υποτάσσεται στην επιθυμία του δικού του πατέρα, που θέλει να ακολουθήσει τη δουλειά του -κι ένας βασικός λόγος για τη μεταστροφή του είναι ο κοινωνικός εκβιασμός από μεριάς του πατέρα, που απειλεί πως θα κυκλοφορεί γυμνός για το υπόλοιπο σχεδόν της παράστασης, απειλή που ασφαλώς και πραγματοποιεί πάραυτα. Εννοείται πως στο μεταξύ έχει μεσολαβήσει η τυπική για την Κιτσοπούλου παρλάτα, με την ίδια να επιδιώκει για μια ακόμη φορά την ταχυκαρδία του κοινού της, – και μάλλον επιτυχημένα.
«Η Κιτσοπούλου είναι πρωτίστως δήλωση»
Είναι φανερό πως ο «Φρανκενστάιν» της Σέλεϊ παραδίδεται με το μέσα έξω ανεστραμμένα κι εκεί που ο συμβολισμός του τέρατος που γεννιέται από τον σύγχρονο Προμηθέα σαν αντιστάθμισμα της δικής του ρομαντικής αυτοκαταστροφής, γίνεται εδώ σημείο μιας τερατώδους κοινωνίας-κόλασης που καταπιέζει, σκοτώνει, βιάζει τα παιδιά της. Ομως, είπαμε, η Κιτσοπούλου δεν είναι -πια- μήνυμα. Είναι πρωτίστως δήλωση. Και σαν τέτοια μπορεί να κριθεί για ό,τι άλλο εκτός τελικά από αυτό που την κρατάει σε επαφή με το κοινό της. Αν υπάρχει κάποιος καλλιτεχνικός κίνδυνος εδώ δεν βρίσκεται στο πώς σκέφτεται ή στο πώς εκφράζεται η ίδια. Είναι μήπως γίνει κάποια στιγμή μια φιγούρα της σκηνής τόσο αναγνωρίσιμη, ώστε να αναπτυχθούν γι’ αυτήν ειδικά αντισώματα. Κυρίως να αισθητικοποιηθεί τόσο, ώστε να αδρανοποιηθεί μαζί και το δηλητήριό της. Ο,τι χειρότερο για κάποιον σαλό που θέλει να αποκαλύψει στους γύρω του τον αληθινό τρόμο του γέλιου τους.
Το πρόβλημα είναι πως ο σκηνικός κόσμος της Κιτσοπούλου δεν εντάσσεται σε μια γραμμή, δεν ταξινομείται, είναι θρασύς, άτακτος, πηγαίος, όσο και ασύναχτος και ασυνάρτητος. Στηρίζεται σε μια ιδιαίτερη διεργασία, που ούτε λίγο ούτε πολύ η ίδια καλλιτέχνιδα έχει περιγράψει με το -από μόνο του πολύ «queer»- ρήμα… «καφρίζω» (προφανώς από το πολύ πιο κοινό σε όλους μας ουσιαστικό της «καφρίλας»). Παλιότερα είχα επισημάνει πως είναι αυτή που κατάφερε να στηρίξει έργο πάνω στη «σαχλαμάρα». Τώρα αδίστακτα ανατρέπει κάθε ισορροπία μεταξύ σοβαρότητας και αστειότητας, ευθύνης και καθωσπρέπειας. Αρκεί να δούμε από ποια υλικά ξεκινά η ίδια, το πώς εργάζεται και πώς αντιδρά στα γύρω ερεθίσματα για να δούμε πως έχουμε στα χέρια μας μια διαρκώς αναμμένη πυρά του αντι-κανονικού.
Το ότι έχουμε στο θέατρό μας μια τέτοια φωνή δεν είναι και λίγο από μόνο του. Αρκεί τουλάχιστον να ακούσουμε πίσω από την -παραδέχομαι, έντονη- εικόνα και βαβούρα, τον βυθό της ευαισθησίας. Δεν είναι που θα γίνουμε πιο σοφοί με την Κιτσοπούλου για την τερατώδη επίδραση της πατριαρχικής οικογένειας στην ατομική ολοκλήρωση των νέων, στην προσωπική ελευθερία, στην ταυτοτική ανεξαρτησία. Ομως με την Κιτσοπούλου μπορούμε να διακρίνουμε τον τρόπο με τον οποίο όλα αυτά χαράσσονται σε μια εύπλαστη πλάκα της σύγχρονης τέχνης μας και το πώς μοιάζουν αυτά στον δικό της εφιάλτη. Ελπίζω κάποιοι να μοιραστούν μαζί μου την αίσθηση πως πίσω από το δαιμόνιο τρελοκομείο του «Φρανκενστάιν» της Στέγης αναπνέει και ζει ένας υγιής νους του θεάτρου μας.
Είναι όμορφο που συναντούμε ξανά και ξανά τους ίδιους συντελεστές στην πορεία της Κιτσοπούλου, σημείο μιας προσωπικότητας που δένεται με φίλους και βαδίζει δίπλα τους. Ο Νίκος Καραθάνος, πρώτα-πρώτα, αναλαμβάνει τον ρόλο του πατέρα του Βίκτωρα και μαζί του την πιο βαρυσήμαντη ερμηνευτική πτυχή της παράστασης. Το γέλιο του στο τέλος είναι η ανάκληση του επί σκηνής ζωντανού δαίμονα, του διά ζώσης Κακού, που κυκλοφορεί απλόχερα σήμερα με την όψη του ατομικισμού, του συμφέροντος, της υποκρισίας.
Ο δεύτερος πατέρας-δυνάστης του Γιάννη Κότσιφα συνοδεύει τον γιο του σαν μορφή εξευτελιστική και τυραννική ταυτόχρονα. Μεταξύ γελοιότητας και απόγνωσης κινείται ο Βίκτωρας Φρανκενστάιν του Πάνου Παπαδόπουλου, ενώ η Εμιλυ Κολιανδρή σαν Ζιστίν είναι η φιγούρα της ανίδεης, νευρωτικής και σπασμωδικής κόρης. Η Ιωάννα Μαυρέα στον σύντομο ρόλο της Μητέρας, στην αρχή, δίνει αληθινή σατιρική ατμόσφαιρα και η μορφή της είναι βγαλμένη από την πιο αυθεντική σουρεαλιστική φάρσα. Την ομάδα συνοδεύουν οι Γιώργος Βουρδαμής, Χριστίνα Αντωναράκη, Χρήστος Καραβέβας και Ηλίας Μουλάς.
