Μας συστήνεται με ένα βιβλίο πρόκληση από τον τίτλο του. Ισως και πρόσκληση σε ένα ταξίδι στα υπόγεια μονοπάτια της θλίψης. Η αφήγηση ετερόκλητη, ένα ιδιόμορφο συνταίριασμα από στίχους, πεζά, ποιήματα, πεζοποιήματα.
Η δημοσιογράφος, μεταφράστρια και βιβλιοκριτικός Ελένη Καρρά μάς συστήνεται και ως ποιήτρια με την έκδοση της πρώτης της ποιητικής συλλογής «Μετρό(ει) αυτή η λύπη» από τις εκδόσεις Μελάνι· με κείμενα που έχουν γραφτεί σε διαδρομές με το μετρό, συνθέτει μια ποιητική περιπλάνηση, από τα έγκατα μιας βαριάς πραγματικότητας ώς τις κυλιόμενες σκάλες της ενδεχόμενης εξόδου προς το φως, ενώ ήδη από τον τίτλο μάς εισάγει στον αμφίσημο κόσμο με τα αναπάντεχα πλάσματα τον οποίο δομεί.
Μιλήσαμε μαζί της με αφορμή την παρουσίασή του απόψε στις 8 στο Zatopek (Παναγή Τσαλδάρη 209, Καλλιθέα).
● Πρώτη ποιητική συλλογή στα 51;
Στην ποίηση, οι αριθμοί, ο χρόνος είναι κατασκευές. Μια ζωή παλεύω με την αντίφαση ανάμεσα στον κόσμο της μυθοπλασίας, όπου όλα είναι ανοιχτά, και στον κόσμο της πραγματικότητας, που θεωρητικά είναι δομημένος με σαφή πλαίσια και κανόνες. Τα τελευταία χρόνια, όμως, και η πραγματικότητα έχει, εκ των πραγμάτων, αποδομηθεί – ο κόσμος όπως τον ξέραμε γίνεται ρευστός, οι αξίες, οι ιδεολογίες μεταλλάσσονται. Αν λοιπόν όλα μπορούν να είναι ποίηση, κι αν όλα είναι ανοιχτά… – α! ποια ήταν η ερώτηση, αλήθεια;
● Ας πάμε στο ίδιο το βιβλίο με την παράξενη μορφοποίηση των κειμένων και το ιδιόμορφο πάντρεμα ανάμεσα σε στιχάκια, πεζά, ποιήματα, πεζοποιήματα. Θέλετε να μας μιλήσετε γι’ αυτό;
«Οταν σφυρίζοντας, ανοίξανε οι πόρτες του συρμού
Γιγάντια εμφανίστηκε Η γυναίκα με τα αντρικά της χέρια
κρατούσε σαν τσάντα Τον ουρανό» | «Μετρό(ει) αυτή η λύπη», Ελένη Καρρά
Η μορφοποίηση του κειμένου αποτελεί δομικό συστατικό του βιβλίου, και ευτυχώς που οι εκδόσεις Μελάνι, και η εκδότρια, η Πόπη Γκανά, με την ανοιχτοσύνη πνεύματος που τη διακρίνει σεβάστηκε και αγάπησε τα κείμενα και την ιδιόμορφη μορφοποίησή τους και έφτιαξε ένα πολύ όμορφο βιβλίο.
Στην πραγματικότητα, μπορεί να διαβαστεί και σαν ενιαίο κείμενο –ένα τρένο λέξεων που διασχίζει τη λύπη, τη μεταφέρει και την ξεφορτώνει σε διάφορες στάσεις– ιδανικά, με τον επίλογο, τερματίζει σε μια άχρονη παραλία όπου «τίποτα δεν είναι αληθινό κι όλα επιτρέπονται».
● Το κόκκινο σκίτσο στο εξώφυλλο συμβολίζει τη λύπη;
Είναι σκίτσο της κόρης μου, Μελίνας, και θεωρώ ότι «έδεσε» τέλεια με τα κείμενά μου. Και οι δυο μου κόρες, η Νεφέλη και η Μελίνα, έχουν απορροφήσει την τέχνη που ταξιδεύει στην οικογένεια, το ταλέντο του πατέρα τους που είναι επίσης ζωγράφος, αλλά κυρίως, μια καλλιτεχνική θέαση του κόσμου. Οι κόρες μου ήταν από τους βασικούς λόγους που αποφάσισα να βάλω σε μια τάξη τον χαοτικό εσωτερικό μου κόσμο και να εκδώσω – όταν έχεις παιδιά, κάπως δεν σου επιτρέπεται να διαχέεσαι σε μια πλήρη αταξία· τα ίδια τα παιδιά ρίχνουν άγκυρα στον χρόνο, δένουν το παρελθόν με το μέλλον.
● Και τελικά, μετρό(ει) αυτή η λύπη;
Μπα, σε κάτι τέτοια ποιητικά ψευτοδιλήμματα η απάντηση είναι πάντα αλλού – ο τίτλος παίζει με την υπόγεια θλίψη που μας/με τρώει, ή με έτρωγε, και με το μετρό όπου έχουν γραφτεί ή γεννηθεί πολλά από τα ποιήματα του βιβλίου. Παίζει επίσης με το μετρό ως σύμβολο αυτού του τεράστιου ερπετού που τρέχει μες στα σωθικά της πόλης, με τη λύπη που σκάβει τις ψυχές. Αλλά τελικά, αν υπάρχει απάντηση στο παιγνιώδες δίπολο του τίτλου, τότε είναι αυτή που έδωσε ο φίλος μου ο Θωμάς: ούτε λύπη ούτε μετρό, αλλά μέτρο. Λίγο να μεταθέσεις τον τόνο, λίγο να μετακινηθείς, και βλέπεις ότι πίσω και πέρα από τη λύπη στην οποία νομίζω βουλιάζουμε ως άνθρωποι, αλλά και ως κοινωνίες, βρίσκεται το μέτρο που έχουμε χάσει – το μέτρο του κόσμου, της θέσης μας σ’ αυτόν, της πολιτικής μας οντότητας και της συναισθηματικής μας ικανότητας· μπροστά σε συρμούς που περνάνε με ιλιγγιώδεις πλέον ταχύτητες, βρισκόμαστε στην αποβάθρα, ξεχασμένοι.
‘Η ίσως και να είμαστε εμείς οι συρμοί, με τα βαγόνια-φωνές που τρέχουν μέσα μας, τον κόσμο που μεταφέρουμε και μια πάγια ελπίδα: να βγούμε κάποια μέρα στο φως, σε υπέργειες πλέον διαδρομές.
