Φέτος περάσαμε το Πάσχα σε φίλους στο σπίτι τους στον Νέο Βουτζά. Πρόκειται για μια περιοχή μεταξύ Ραφήνας και Νέας Μάκρης στην πλαγιά ενός λόφου, η οποία συνορεύει με το Μάτι και δυστυχώς κάηκε κι αυτή στη φονική πυρκαγιά του 2018: από τα 102 θύματα συνολικά τα 26 τα είχε ο Βουτζάς.
Οπως είχα ξαναγράψει παλιότερα, το σπίτι των φίλων μας είχε καεί τουλάχιστον κατά 80% και οι ίδιοι σώθηκαν διότι ήταν… εκπαιδευμένοι: άλλες τέσσερις φορές στο παρελθόν είχαν ζήσει τον πύρινο εφιάλτη, με τις φλόγες να φτάνουν στον κήπο τους, και έμαθαν ότι με τη φωτιά δεν είναι εύκολο να τα βάλεις.
Η φωτιά του 2018, αλλά και η πανδημία που ακολούθησε, σταμάτησαν προσωρινά το πασχαλιάτικο τραπέζι που οι φίλοι μας είχαν κάνει σωστό θεσμό. Και επειδή όλοι είμαστε «θεσμικοί» φέτος, μετά από τέσσερα χρόνια, ξαναμαζευτήκαμε! Με το σπίτι ξαναχτισμένο και πανέμορφο όπως πριν, με τον κήπο ανθισμένο -αλλά χωρίς… πεύκα- και την ίδια, όπως πάντα, φιλόξενη διάθεση των φίλων μας.
Η ατραξιόν της συγκέντρωσης ήταν δύο ανθρώπινα «κουτάβια», αγοράκι και κοριτσάκι, 5-6 ετών το καθένα και ο Ρόκο, ο 3,5 ετών λυκοσκυλάκος του σπιτιού. Και τα τρία τους, χωρίς υπερβολή, δεν έβαλαν πισινό κάτω ούτε για να φάνε! Ενθουσιασμένα τα πιτσιρίκια με τον Ρόκο και ο Ρόκο με τα πιτσιρίκια, έτρεχαν παντού ασταμάτητα, στο σπίτι, στον κήπο, στις βεράντες, μπρος ο Ρόκο, πίσω τα παιδιά, μπρος τα παιδιά, πίσω ο Ρόκο. Το θέαμα ήταν εκπληκτικό: σπάνια βλέπεις τόσο ενθουσιασμένα παιδιά και τόσο χαρούμενο σκύλο να παίζουν μαζί.
Με την ευκαιρία κάναμε και μια βόλτα από το πολύπαθο Μάτι. Κάποια από τα σπίτια ξαναχτίστηκαν ή επιδιορθώθηκαν, υπάρχουν όμως και πολλά όπως τ’ άφησε η πυρκαγιά. Σου πιάνεται η καρδιά να τα βλέπεις μαύρα και μισογκρεμισμένα, ειδικά όσα με την ανοχή τόσων κυβερνήσεων, επί 60 χρόνια, χτίστηκαν νύχτα σε ρέματα και φαράγγια, χωρίς δρόμους, χωρίς μία (!) πλατεία, σωστές ανθρωποπαγίδες…
*Η Αλλοπάρ, δεν ξέρω γιατί, πιστεύει ότι μετά την τραγική εμπειρία του Ματιού και του Νέου Βουτζά οι πολιτικοί θα σταματήσουν πια να κάνουν τα «στραβά μάτια» για τις ψήφους και θα σοβαρευτούν. Λέτε να το ζήσουμε κι αυτό;
