Από το 2013 έως το 2022, ο πρωταθλητής στη Γερμανία έχει το ίδιο όνομα. Η Μπάγερν Μονάχου πανηγυρίζει τον δέκατο διαδοχικό τίτλο της. Μια δεκαετία κυριαρχίας είναι καινοτομία στις πέντε κορυφαίες λίγκες της Ευρώπης. Τέτοια στατιστικά είναι γνωστά μόνο από τη Σκόντο Ρίγα, την Ντινάμο Ζάγκρεμπ, τη Ρόζενμποργκ ή την Ντινάμο Βερολίνου από την ανατολικογερμανική Ομπερλίγκα.
Η Μπάγερν Μονάχου είναι σύλλογος που κερδίζει τίτλους. Στα τελευταία 50 χρόνια της Μπουντεσλίγκα, έχει τερματίσει στην κορυφή 30 φορές. Το χρωστάει στην ξεχωριστή της ταυτότητα: είναι ο σύλλογος των ποδοσφαιριστών. Η μία πετυχημένη γενιά διαδέχεται μια άλλη. Και πρώην ποδοσφαιριστές βρίσκονται στο τιμόνι της εδώ και πολύ καιρό. Η Μπάγερν έχει αποκτήσει τις βασικές ικανότητές της στο ποδόσφαιρο μέσα στον αγωνιστικό χώρο.
Οι βάσεις τέθηκαν από τους Μάιερ, Μπεκενμπάουερ και Μίλερ – όλοι τους παίκτες μεγαλωμένοι στον σύλλογο και ποδοσφαιριστές παγκόσμιας εμβέλειας. Αποτέλεσαν ένα δώρο για τον σύλλογο και για το ποδοσφαιρικό έθνος. Από την ομάδα τους, που κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών τρεις φορές, στρατολογήθηκε η ηγετική ομάδα των επόμενων δεκαετιών.
Στο τέλος της δεκαετίας του ’70, ένας ποδοσφαιριστής, ο Ούλι Χένες, ανέλαβε την ευθύνη του συλλόγου. Τον διοίκησε για περισσότερα από 40 χρόνια, μαζί με τους πρώην συμπαίκτες του, Φραντς Μπεκενμπάουερ και Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε. Συνδυάζοντας την κατανόηση του ποδοσφαίρου με τις ηγετικές ικανότητές τους, βοήθησαν τον σύλλογο να αποκτήσει μια ξεχωριστή θέση στη Γερμανία.
Από τότε, ο σύλλογος στηρίζεται σε ένα αξίωμα που μόνο αυτός απολαμβάνει στη Γερμανία. Οι καλύτεροι Γερμανοί ποδοσφαιριστές ή οι καλύτεροι παίκτες της Μπουντεσλίγκα εντοπίζονται και αποκτούνται από την Μπάγερν Μονάχου. Εκεί πρέπει να διεκδικήσουν τη θέση τους ανάμεσα σε σκληρό ανταγωνισμό.
Ενας βασικός Γερμανός παίκτης της Μπάγερν Μονάχου σχεδόν αυτόματα γίνεται μέλος της Εθνικής Γερμανίας. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, τα ονόματά τους ήταν Ρουμενίγκε και Μπράιτνερ, στα τέλη του ’80 λέγονταν Ματέους, Μπρέμε και Αουγκεντάλερ, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 λέγονταν Καν, Κλίνσμαν, Ματέους και πάλι, και αργότερα Μπάλακ.
Αν οι παίκτες προέρχονται από την πόλη ή την περιοχή, το στοιχείο αυτό απελευθερώνει μια δύναμη, μια επιπρόσθετη ταύτιση με τον σύλλογο. Ετσι δημιουργούνται οι μεγάλες ομάδες. Από το 2005 και έπειτα, όπως πριν από 40 χρόνια, ανδρώθηκε ένα γκρουπ από παίκτες παγκόσμιας κλάσης που προέρχονταν από τα φυτώρια της Μπάγερν. Ο Σβαϊνστάιγκερ, ο Μίλερ και εγώ δώσαμε μια ξεχωριστή χροιά στο «mia san mia». Πρόκειται για τη στάση ότι ο σύλλογος εμπιστεύεται πάντα τον εαυτό του σε κάθε περίσταση και όλοι οι άλλοι τον εμπιστεύονται πάντα σε κάθε περίσταση. Σήμερα, ο Μίλερ και ο Νόιερ είναι οι εγγυητές των τίτλων μαζί με τον Λεβαντόφσκι. Το 2020, η ομάδα επανέλαβε το τρεμπλ του 2013.
Η Μπάγερν και το Μόναχο διαθέτουν τα πάντα που βοηθούν στην επιτυχία: ένα σύγχρονο γήπεδο, μια υπέροχη πόλη, πολλούς οπαδούς. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν αρκετές περιοχές της Γερμανίας με παρόμοιες δυνατότητες. Ομως το Αμβούργο δανείστηκε χρήματα από τους οπαδούς του και υποβιβάστηκε, όπως η Σάλκε, η Αϊντραχτ Φρανκφούρτης, η Χέρτα Βερολίνου, η Κολονία. Η Ντόρτμουντ παραλίγο να χρεοκοπήσει πριν από δύο δεκαετίες προσπαθώντας να ακολουθήσει την Μπάγερν Μονάχου. Και, έτσι, η Μπουντεσλίγκα, η δεύτερη ισχυρότερη οικονομικά λίγκα στον κόσμο, περιμένει από το 1997 για κάποιον άλλο εκτός της Μπάγερν να κερδίσει το Τσάμπιονς Λιγκ.
Από τη μία πλευρά, αυτό κάνει τα πράγματα πιο άνετα για την Μπάγερν. Επειδή ο εγχώριος συναγωνισμός δεν έχει καμία σχέση με τον διεθνή, επωφελείται περισσότερο από κάθε άλλο σύλλογο στη Γερμανία από την οικονομική ανάπτυξη στο κορυφαίο ευρωπαϊκό επίπεδο. Από το 1998, έχει εξαπλασιάσει τον τζίρο της. Σχεδόν καμία γερμανική ομάδα δεν μπορεί να διεκδικήσει τους παίκτες που θέλει η Μπάγερν. Αυτό το τεράστιο πλεονέκτημα της επιτρέπει ακόμα και φάσεις αδυναμίας.
Από την άλλη πλευρά όμως, διαφαίνεται πλέον κίνδυνος. Από τα τέλη των ’80s, όταν οι Ιταλοί βιομήχανοι επιδότησαν το ποδόσφαιρο ως μαικήνες του αθλήματος, η Σέριε Α ήταν η κυρίαρχη λίγκα στην Ευρώπη για μια δεκαετία. Οι Ματέους, Μπρέμε, Κλίνσμαν, Φέλερ και Χέσλερ, η βάση της παγκόσμιας πρωταθλήτριας Γερμανίας του 1990, αγωνίστηκαν στην Ιταλία στο απόγειο της καριέρας τους. Κατά την περίοδο εκείνη, όταν σχεδόν σε όλους τους ευρωπαϊκούς τελικούς ήταν παρούσα η Γιουβέντους ή η Μίλαν, η Μπάγερν Μονάχου δεν κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ.
Τώρα ίσως βρισκόμαστε μπροστά στη δεκαετία της Πρέμιερ Λιγκ, που χρηματοδοτείται από ζάμπλουτους επιχειρηματίες από όλο τον κόσμο αλλά και κράτη, που θέλουν να βελτιώσουν τη φήμη τους μέσω των μεγάλων αθλητικών διοργανώσεων. Φέτος βρεθήκαμε πολύ κοντά σε έναν τρίτο αγγλικό «εμφύλιο» τελικό στο Τσάμπιονς Λιγκ στα τελευταία τέσσερα χρόνια. Εξαίρεση στην αγγλική κυριαρχία αποτέλεσε η σεζόν 2020, όταν το Τσάμπιονς Λιγκ διεξήχθη σε φορμάτ μίνι τουρνουά υπό περίπλοκες συνθήκες πανδημίας.
Αυτός ο παραλληλισμός με την ιταλική εποχή κυριαρχίας ίσως έχει τις συνέπειές του. Το 2014, ο Λεβαντόφσκι κατέφτασε στην Μπάγερν Μονάχου από την Ντόρτμουντ. Σήμερα, οι καλύτεροι προπονητές στον κόσμο υποκύπτουν στην έλξη της Αγγλίας και οι πιο περιζήτητοι ποδοσφαιριστές της Μπουντεσλίγκα δεν καταλήγουν φυσιολογικά στην Μπάγερν. Ο Ερλινγκ Χόλαντ πιθανότατα θα πάει στην Πρέμιερ Λιγκ, όπως ο Κάι Χάβερτς πριν από δύο χρόνια, ενώ υπάρχει φημολογία ότι θα φύγει και ο Σερζ Γκνάμπρι.
Αν αρκετά από τα ξεχωριστά ταλέντα της σημερινής γενιάς προτιμούν την αγγλική λίγκα έναντι της γερμανικής, αυτό θα δημιουργήσει πρόβλημα τόσο στην Μπάγερν Μονάχου όσο και στην Μπουντεσλίγκα.
Η Μπάγερν δεν θα μπορεί να βασίζεται σε γερμανικά στηρίγματα στην ευρωπαϊκή διοργάνωση και η αδυναμία της Μπουντεσλίγκα ίσως γίνει πιο έντονη μακροπρόθεσμα. Ισως η διαδικασία αυτή έχει ήδη ξεκινήσει. Από το 2010 έως το 2016, η Μπάγερν έφτασε έξι φορές στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ και τρεις φορές στον τελικό σε επτά απόπειρες. Από το 2017 έως το 2022, όμως, μπήκε στην τελική τετράδα μόλις δύο φορές σε έξι σεζόν. Φέτος αποκλείστηκε πριν από τα ημιτελικά για δεύτερη διαδοχική φορά, κάτι που είχε να συμβεί από το 2009, και μάλιστα από το αουτσάιντερ Βιγιαρεάλ.
Αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που η παλιά γενιά αποχαιρετά τη διοίκηση του συλλόγου. Για πολύ καιρό, ο Χένες, για τον οποίο η Μπάγερν ήταν έργο ζωής, διοίκησε τον σύλλογο σαν ιδιοκτήτης του. Σήμερα, δύο πρώην παίκτες βρίσκονται στο τιμόνι: ο Ολιβερ Καν και ο Χασάν Σαλιχάμιτζιτς, αμφότεροι πρωταθλητές Ευρώπης με την Μπάγερν το 2001.
Αποστολή των δύο πρώην παικτών είναι να ενισχύσουν την ομάδα τώρα που άπαντες φωνάζουν για επενδύσεις και κανείς δεν μιλάει για τα δικά του γηγενή νέα ταλέντα – με τρόπο που να ταιριάζει στον σύλλογο και στη χώρα, με εγχώριους και διεθνείς αστέρες που θα κάνουν το Μόναχο σπίτι τους. Στόχος της Μπάγερν Μονάχου είναι να ανήκει πάντα στην κορυφή της Ευρώπης.
* Ο Φίλιπ Λαμ, Γερμανός πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής, αρχηγός της πρωταθλήτριας κόσμου 2014, είναι ο διευθυντής της Οργανωτικής Επιτροπής του EURO 2024 που θα φιλοξενήσει η χώρα του
Τα κείμενα του Φίλιπ Λαμ εμφανίζονται τακτικά στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Είναι μια παραγωγή σε συνεργασία με τον Oliver Fritsch του γερμανικού περιοδικού «Zeit Online» και δημοσιεύεται σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων: Gazeta Wyborcza (Πολωνία), Denník N (Σλοβακία), Guardian (Αγγλία), Sport (Τσεχία), La Repubblica (Ιταλία), Telesport (Κροατία), Politiken (Δανία), Voetbalmagazine (Βέλγιο), L’Équipe (Γαλλία), Delo (Σλοβενία), Tribuna (Ουκρανία & Λευκορωσία), Haaretz (Ισραήλ), Sports Daily (Ρωσία), El País (Ισπανία), Expresso (Πορτογαλία), Aftonbladet (Σουηδία), Makfudbal (Βόρεια Μακεδονία), Postimees (Εσθονία), Verdens Gang (Νορβηγία), 444 (Ουγγαρία), Irish Times (Ιρλανδία), Lead (Ρουμανία), Morgunblaðið (Ισλανδία), Sankt-Petersburgskie vedomosti (Ρωσία), Gazeta Sheshi (Κόσοβο), Times of Malta (Μάλτα), Ilta-Sanomat (Φινλανδία)
