Ίσως η επιτυχέστερη τηλεοπτική μεταφορά λογοτεχνικού έργου εδώ και πολλά χρόνια, συγκρίσιμη με τα διαμάντια των πρώτων δεκαετιών της τηλεόρασης στη χώρα μας, το «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη», με την υποδειγματική δουλειά όλων ανεξαιρέτως των συντελεστών, μπροστά και πίσω από την κάμερα, απέδωσε, κατά τη φετινή σεζόν, άριστα και ακέραια τόσο την ποιότητα του σεφερικού λόγου όσο και το πνευματικό κλίμα της εποχής που γέννησε το έργο, δηλαδή, τα τέλη της δεκαετίας του 1920. (Αντίστοιχα επιτυχημένη είχε χαρακτηριστεί η πρώτη θεατρική μεταφορά αυτού του μοναδικού ολοκληρωμένου και αποκαλυπτικά αυτοβιογραφικού πεζογραφήματος του Γιώργου Σεφέρη, από το ΚΘΒΕ τότε, 2004-2005, σε σκηνοθεσία της Έφης Θεοδώρου, η οποία είχε επίσης κρατήσει αυτούσιο το έργο, «επαινώντας», μάλιστα, τον νομπελίστα ποιητή για τις δικές του σκηνοθετικές ικανότητες).
Στο μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη το κεντρικό «πρόσωπο» είναι η Ακρόπολη και όσα αυτή μπορεί να ξεκλειδώσει και να φέρει στο φως από τους σφραγισμένους ποταμούς/ζωές των ηρώων και των ηρωίδων. Η Ακρόπολη, άλλωστε, συνιστά και τη βάση για τον παρόντα συνδυασμό του εν λόγω σεφερικού έργου με το ανά χείρας βιβλίο, όπου, βέβαια, μελετώνται, διόλου αλληγορικά, η χλωρίδα και η πανίδα του φυσικού της χώρου. Ευτυχής είναι η σύμπτωση ότι και στα δύο, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους πέραν του τίτλου, βιβλία υφίσταται μια χρονολογική δομή: το μεν πεζογράφημα αρθρώνεται σε έξι νυκτερινές επισκέψεις «της Ακροπόλεως κατά Πανσέληνον», η δε «μονογραφία» κατανέμει το υλικό του Πρώτου Μέρους της, «Δρώμενα Φύσης», στους 12 μήνες του έτους, κατά τους οποίους μελετά τις αλλαγές/ δραστηριότητες της χλωρίδας και της (ορνιθο)πανίδας, θυμίζοντας, λίγο έως πολύ, τη χρονική οργάνωση ενός ντοκιμαντέρ.
Οι Γρηγόρης (βιολόγος-ορνιθολόγος) και Λάμπρος (περιβαλλοντολόγος-ωκεανογράφος) Τσούνης, πατέρας και γιος, οι οποίοι, σημειωτέον, επανανακάλυψαν έναν αιώνα μετά, το εξαφανισμένο από το 1908 στενότοπο ενδημικό φυτό της Ακρόπολης Micromeria acropolitana (ένα φυτό από τα σπανιότερα στον πλανήτη και με ιστορία μακρότερη από εκείνη του χώρου που το φιλοξενεί, για τη διαφύλαξη της επιβίωσης του οποίου, μάλιστα, οι δύο επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και προτείνουν τη δημιουργία ενός μικρού βραχόκηπου κοντά στην είσοδο του θεάτρου του Διονύσου), παραδίδουν μια εξαιρετική όσο και πρωτότυπη μελέτη για την, οπωσδήποτε επισκιαζόμενη από το ιστορικό βάρος των μαρμάρων, φύση της παρθενώνιας πολιτείας. Πάντως, οι συγγραφείς μάς διαβεβαιώνουν ότι: «Αν και βρισκόμαστε σχεδόν στο κέντρο της πόλης, η βιοποικιλότητα είναι από τις πιο πλούσιες και η περιοχή δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από άλλες σημαντικές περιοχές της χώρας».
Διαβάζοντας την πεντασέλιδη καταχώριση για τον Φεβρουάριο, επί παραδείγματι, παρελαύνουν μπροστά στα μάτια του νου μας σπερδούκλια, τριφυλλόκλαδα και μελισσόπουλα, ίριδες, γιγαντορχιδέες και μολόχες, σπίνοι, καλόγεροι και γαλαζοπαπαδίτσες, καρδερίνες, μαυροτσιροβάκοι και τρυποφράκτες, ντροπαλοί φλώροι, που όταν κάνει πολύ κρύο παραμερίζουν τις επιφυλάξεις τους και κατεβαίνουν στον αρχαιολογικό χώρο για να τραφούν, αδιαφορώντας για το ποιος περνάει δίπλα τους, ιερόχορτα, ορνιθόγαλα και άλυσσα, αλλά και χερσοχελώνες, που αρχίζουν σιγά σιγά να κάνουν τις πρώτες διστακτικές εξερευνήσεις τους.
Οι αρχαιολογικοί χώροι είναι από τη φύση τους νησίδες άγριας ζωής, επισημαίνουν οι συγγραφείς, διότι προσφέρουν, αφενός, τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη πλούσιας χλωρίδας-βλάστησης και, αφετέρου, ασφαλές καταφύγιο για την αναπαραγωγή και την διατροφή πολλών ειδών πανίδας. Οι Γρηγόρης και Λάμπρος Τσούνης, όμως, εκτός από επιστήμονες-ερευνητές, είναι και καλλιτεχνικά ευαίσθητοι άνθρωποι, με γνώσεις και ευρύτερη καλλιέργεια. Οι αυστηρά τεχνικές παρατηρήσεις τους, λοιπόν, πλαισιώνονται από μια θαυμαστή ποικιλία επιπρόσθετων πληροφοριών, όπως τα σχετικά με το φυτό κώνειον ή με την άκανθα, που υπήρξε η πηγή έμπνευσης για το κορινθιακό κιονόκρανο, ή με τα περιττώματα των μικρών σαυρών, που ήταν απαραίτητο συστατικό για τις βαφές καλλωπισμού των αρχαίων Ελληνίδων. Συνολικά, πρόκειται για μια ιδιότυπη, πλούσια και σφαιρική (χάρη στις διεξοδικές κατηγοριοποιήσεις τού υλικού της) μονογραφία μιας άλλης Ακρόπολης (που ζει βίους παράλληλους με το παγκοσμίως διάσημο μνημείο), αποτυπωμένη στο χαρτί σαν ωκεανός δροσιάς και γαλήνης. Μόνο η φύση θα μπορούσε να το κατορθώσει αυτό μέσα στην τύρβη των αιώνων και των ανθρώπων τους.
Ιδού, όμως, και μια λεπτομέρεια η οποία μας επαναφέρει, εξόχως απρόσμενα, στον Γιώργο Σεφέρη: η εφέδρα (που ανήκει στα πολύ δηλητηριώδη φυτά, διότι περιέχει το γνωστό αλκαλοειδές εφεδρίνη) περιμένει να ανθίσει κατά την πανσέληνο του Ιουλίου· αυτήν τη συγκεκριμένη νύχτα εκκρίνει μικροσκοπικές σταγόνες ζαχαρούχων υγρών που προσελκύουν τους επικονιαστές της, τα νυχτόβια έντομα. Είναι το μοναδικό φυτό στον κόσμο που έχει αυτήν την συμπεριφορά! Σίγουρα ο Γιώργος Σεφέρης θα επιθυμούσε διακαώς να γνώριζε τα παραπάνω, για τον πρόσθετο λόγο ότι ήταν πολύ ευαίσθητος δέκτης των φυσικών δρώμενων. Αρκεί, ως προς αυτό, η ανάγνωση του σεφερικού δοκιμίου για το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Ν. Γ. Πεντζίκη, όπου και καταγράφεται ο θαυμασμός του ποιητή για την απίστευτη φυτολογική εμβρίθεια του πεζογράφου. Ο Ν. Γ. Πεντζίκης, γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στον τρίτο τόμο των «Δοκιμών», για την κυπάρισσο την οριζοντιοκλαδή, λόγου χάριν, «θα αράδιαζε τουλάχιστο τρεις σελίδες […], περιγράφοντας κλώνους, φύλλα, ρίζες, χυμούς, εφυμενίδες, κυτταρικές μεβράνες, και όλα τα μάγια της φυτολογικής του γνώσης. Εγώ μόνο μια λέξη βρήκα να πω· είναι απίστευτη η λεκτική φτώχεια μου».
