Η Ουκρανή μεταφράστρια και διευθύντρια προγράμματος του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ στο Κίεβο, Nelia Vakhovska, γράφει για την αβάσταχτη ελπίδα της. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε να ζει μέσα στον πόλεμο
Μία εβδομάδα πόλεμος. Ξύπνησα έχοντας κάνει άσχημο ύπνο. Κάτι πήγαινε λάθος. Ή μάλλον σωστά, όπως ταίριαζε σε αυτό το απόμερο χωριουδάκι: όλα ήταν σιωπηλά. Ενα ελαφρύ μαρτιάτικο χιόνι είχε ομορφύνει τα αειθαλή πεύκα. Τα πάντα ήταν τυλιγμένα στο υδαρές, γκριζομπλέ της αυγής. Τα πάντα έδειχναν μάλλον μαγικά για την ώρα. Τα κανόνια είχαν σιγήσει. Είχαμε ξανά σύνδεση στο Διαδίκτυο. Ο κόσμος έμοιαζε να είναι πάλι εντάξει κι εγώ σκεφτόμουν να χουζουρέψω λίγο ακόμα, όταν ήρθαν οι πρώτες οδυνηρές σκέψεις: τα φάρμακα έχουν μείνει στο Κίεβο και η γάτα δεν είναι κι αυτή καλά. Αυτό ήταν το τίμημα που αποφάσισα να πληρώσω προκειμένου να αφήσω την πόλη: «Δεν μπορεί να κρατήσει πολύ. Σε τρεις τέσσερις μέρες θα γυρίσεις».
Αυτό ήταν πριν από μία βδομάδα. Κάνουμε λόγο για έναν στατικό πόλεμο. Ο κόσμος μάς χειροκροτεί και κουνάει με επιδοκιμασία το κεφάλι, αλλά εδώ, μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από εμένα, νέοι άντρες στέκονται με παλιά σοβιετικά κανόνια και ρίχνουν μέρα νύχτα στα τανκς του εχθρού που κινούνται προς τη Δύση. Ως τώρα έρχονταν κάθε νύχτα σχεδόν τα αεροπλάνα και από τις βόμβες τους έτρεμαν το δάσος, η γη, το σπίτι. Επειτα ακουγόταν το κροτάλισμα από μηχανές – τα εναπομείναντα κανόνια μεταφέρονταν κάπου αλλού. Και ηχούσε πάλι, θαρρείς από τεράστια τύμπανα, το μακρινό «μπαμ, μπαμ, μπαμ». Μόνο σήμερα όχι. Σε μια στιγμή μού περνάνε όλα από το μυαλό: καταστράφηκαν; Να περιμένω τώρα τα ρωσικά τανκς; Τέλειωσε ξαφνικά ο πόλεμος; Πέτυχαν οι διαπραγματεύσεις;
Και σε αυτή τη στιγμή της σιωπής καταρρέω κυριολεκτικά και κλαίω σαν μικρό παιδί για όλους εκείνους που χάσαμε…
Η ελπίδα είναι δύσκολο πράγμα. Οταν διαβάζω τις ειδήσεις, όταν κοιτάζω τις φριχτές εικόνες των βομβαρδισμών στην Μπούτσα ή στο Χάρκοβο, όταν ανησυχώ για τους φίλους που έχουν μείνει στο Κίεβο, θέλω μόνο ένα πράγμα: να πιστέψω στα λόγια της ηγεσίας του ουκρανικού στρατού, που λέει ότι θα τα καταφέρουμε, πως θα επιβιώσουμε και θα κερδίσουμε. Γιατί είναι η χώρα μας. Αυτό θέλω να ελπίζω, ενάντια στη λογική μου που λέει ότι οι απώλειές μας προφανώς παρουσιάζονται ως λιγότερες απ’ ό,τι είναι, ότι ο θείος Τζο ναι μεν μας θαυμάζει, αλλά δεν μας προστατεύει, ότι ο πυρηνικός πόλεμος δεν αποκλείεται…
Αυτή η ελπίδα είναι αβάσταχτη. Και σε αυτή τη στιγμή της σιωπής καταρρέω κυριολεκτικά και κλαίω σαν μικρό παιδί για όλους εκείνους που χάσαμε, για την πόλη, που τόσο φοβάμαι τι θα απογίνει, για τα λουλούδια μου στο μπαλκόνι κι αυτούς τους άντρες κι αυτές τις γυναίκες εκεί στα δάση, τους ανθρώπους που είναι τόσο μικροί και εύθραυστοι απέναντι στο τέρας του πολέμου.
Εφτά μέρες τις πέρασα γεμάτη οργή και μίσος για τους κατακτητές, που ο αρχηγός τους δεν μπήκε καν στον κόπο να σκεφτεί ένα πρόσχημα για την επίθεση. Για τους δυτικούς πολιτικούς που εξέφρασαν την έγνοια τους και μας προμήθευσαν με όπλα, αντί να διαπραγματευτούν με κάθε δυνατό τρόπο την κατάπαυση του πυρός. Για τους δυτικούς αριστερούς που μας κατηγόρησαν για μιλιταρισμό από τους μαλακούς καναπέδες τους και ανησύχησαν για τους «απλούς Ρώσους», τη ζωή των οποίων θα μπορούσαν να χειροτερέψουν οι κυρώσεις. Τους ίδιους ακριβώς Ρώσους που θαύμαζαν τον πρόεδρό τους για το αντριλίκι του και έγραφαν χαιρέκακα σχόλια για τους «Banderowzy»1 και τους «Chochly»2 στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτούς που ψήφισαν κατ’ επανάληψη έναν απολυταρχικό ηγέτη.
Αν το κράτος μου πάρει πάρα πολλά δάνεια, εγώ ως «η μέση πολίτης» δεν απαλλάσσομαι από το βάρος του χρέους. Οταν το κράτος τους επιτίθεται στους γείτονές του, πρέπει οι πολίτες του να προστατευτούν από τις συνέπειες; Γιατί οι σκληρές κυρώσεις επιβλήθηκαν μόλις τώρα και όχι πριν από οχτώ χρόνια; Μήπως τότε ο τρελός στο Κρεμλίνο θα είχε ήδη καταλάβει ότι ακόμα και η αλαζονεία του έχει όρια;
Σιγά σιγά πέφτει το σκοτάδι στο χωριουδάκι μου. Στη φαντασία μου το Κίεβο εμφανίζεται σαν ένα έξυπνο ζώο. Αφουγκράζεται τις δύο όχθες του Δνείπερου, έτοιμο να πιάσει τους κινδύνους στον αέρα και να γλείψει τις πληγές του. Του εύχομαι δύναμη και μια όσο το δυνατόν πιο ήσυχη νύχτα. Εδώ οι γείτονές μου κι εγώ δεν τολμάμε να ανάψουμε φως το βράδυ. Φοβόμαστε. Πίσω από το δάσος ακούγεται πάλι το μακρινό «μπαμ, μπαμ», ο Ρώσος έρχεται με τις βόμβες του από πάνω κι εγώ σκέφτομαι μια έκφραση στα ουκρανικά: прихилити небо, που σημαίνει να φέρεις τον ουρανό πιο κοντά. Συνήθως το χρησιμοποιούμε στον υποθετικό λόγο για να δείξουμε πόσο πολύ αγαπάμε κάποιον, πόσο νοιαζόμαστε για αυτόν: για το παιδί μου ή τον αγαπημένο μου θα έφερνα ακόμα και τον ουρανό πιο κοντά, αν μπορούσα. Εύχομαι η φράση να μπορούσε να προστατέψει τον κόσμο στο δάσος. Ολους μας. Αν μπορούσα μόνο…
Οι εκρήξεις είναι ένα καλό αντίδοτο στην ταπεινότητα. Σε κάνουν να ριγήσεις σύγκορμα. Οι ελπίδες έχουν φύγει, το ίδιο και τα δάκρυα. Οταν τηλεφωνεί ο πατέρας μου, η φωνή μου ακούγεται όπως συνήθως: «Εδώ; Ολα καλά. Συνεχίζουν να ρίχνουν».
1 «Banderowzy»: «μπαντεριστές», οπαδοί του Ουκρανού εθνικιστή Στεπάν Μπαντέρα που λατρεύεται ως εθνικός ήρωας σε τμήματα της Ουκρανίας.
2 «Chochly»: πληθυντικός του «Chochol» («Χαχόλ»), υποτιμητικού χαρακτηρισμού των Ουκρανών στα ρωσικά.
■ Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην αυστριακή εβδομαδιαία εφημερίδα «Die Furche»:
*Η Nelia Vakhovska (1980) εργάζεται ως διευθύντρια προγράμματος του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ στο Κίεβο και ως μεταφράστρια, μεταξύ άλλων, του Josef Winkler, του Martin Pollack και του Arno Schmidt.
