Μια δεκαετία μετά την πρώτη συλλογή του -έχοντας γράψει θεατρικά έργα και συστηματικά αρθρογραφήσει στον Τύπο-, ο Τσαλαπάτης εκδίδει την τέταρτη με τίτλο που παραπέμπει σε επαναστατική ορμή και με τα όπλα φορείς της ομορφιάς των διεκδικήσεων ενός νέου κόσμου. Πρόκειται βέβαια για τα όπλα του ποιητικού λόγου που επιδιώκει ο Τσαλαπάτης να επαναμαγεύσει δίνοντας στην ίδια αυτή λέξη, όπως και στην ομορφιά, ανανεωμένο περιεχόμενο. Επιτελεί λοιπόν μια μαχητική ποιητική πράξη που επιχειρεί με όρους του πολύπλοκου σήμερα, με τα υλικά -ποιητικά και εξωλογοτεχνικά- του τώρα.
Η συλλογή απαρτίζεται από πέντε ενότητες. Καθεμιά υπηρετεί τη γενική σκόπευση διατηρώντας όμως σχετική αυτονομία, ενώ η διάταξή τους φαίνεται ως σειρά κύκλων. Ο πρώτος κύκλος, το πεδίο του προσωπικού («Περιστατικά»), καταγράφει, συχνά με τη μορφή πεζόμορφων μύθων, περιστατικά ατόμων («Ο άνθρωπος που τον δαγκώναν φίδια», «Ο ηγεμόνας») μεταξύ των οποίων και ο εαυτός, όπως στο «Εκείνο το δόντι λυκόσκυλο» ή στην κατοπτρική συζήτηση του Τσαλαπάτη με τον Τσαλαπάτη «-Θωμάς Τσαλαπάτης εκεί;/-Μάλιστα./-κι εδώ τα ίδια./-Τσαλαπάτης κι εκεί;/» («Θωμάς Τσαλαπάτης»). Κατόπιν περνά στις ειρωνικές «συμβουλές» συμπεριφοράς προς τους άλλους («Οι ορθοί σου τρόποι») που συνιστούν τον κώδικα παραλόγου του κόσμου όπου εγκαλείται το υποκείμενο.
Οι κύκλοι των λοιπών ενοτήτων διευρύνονται με τις παραμέτρους της Ιστορίας, δηλαδή του χρόνου ως γεγονότων («Η ιστορία έτσι και όχι αλλιώς») και του χώρου ως πατρίδας («Σημαίες»). Στην πρώτη, όπου «ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία/ δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια παρεξήγηση» («Πολύ νεκρός για να πεθάνει»), το «αλλιώς» γίνεται η δυνητική εναλλαγή της επίσημης/γνωστής ιστορικής καταγραφής από το άτομο: εδώ υπάρχει «το παράλογο του μοτίβου» καθώς «Η πίσω αυλή/ έγινε βάση προσγείωσης των πρωσικών αεροπλάνων» («Τι ωραίοι Πρώσοι»). Η ατομική παρέμβαση έγκειται κυρίως στους ειρωνικούς αυτοαναφορικούς διαλόγους που εγκιβωτίζονται στα «Τι ωραίοι Πρώσοι», «Η επέλαση της ελαφράς ταξιαρχίας», «Επιστροφή στη Δήλο».
Ομοια στις «Σημαίες» τα άτομα και οι πατρίδες συμπλέκονται μεταξύ φανταστικού/πραγματικού σε μεταιχμιακές καταστάσεις, ρευστά χωρικά/εδαφικά πλαίσια, αμφισβητώντας όρια και στερεότυπα. Κυρίαρχη αναφορά η Δανία όπου το πρωτοπρόσωπο υποκείμενο εισβάλλει «με μουσκέτα και σάλπιγγες» και «τη βρήκα άδεια». Και στις δύο ενότητες το άτομο ως μοχλός ή πιόνι της Ιστορίας και το άτομο (το «εγώ») ως δυνητικός καταλύτης της στο παρόν δίνουν το στίγμα με πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα.
Ενδιαμέσως «Τα έμπρακτα» θεμελιώνουν μια ιδιαίτερη γλωσσοκεντρική οπτική όπου η δυναμική των λέξεων αφήνει ένα πεδίο ανοιχτότητας, ενώ οι λεκτικές συνδέσεις αποδίδονται μέσω μαθηματικών συμβόλων, μιας ελάχιστα αμφισβητήσιμης γλώσσας όπου οι μαθηματικές ενέργειες λειτουργούν ως ορισμοί ή συνέπειες πράξεων: «φόνος+φόνος = στρατιώτης», «Αλμα-επιθυμία = ανελεύθερη πτώση».
Οι μορφικοί πειραματισμοί, πέρα από «Τα έμπρακτα», δεν είναι καινοφανείς και επικυρώνουν το ιδίωμα του Τσαλαπάτη επεξεργασμένο και στις προηγούμενες συλλογές, ιδίως στις Γεωγραφίες των Φριτς και Λάνγκ (2018). Σύντομα ποιήματα εναλλάσσονται με άλλα μεγαλύτερης έκτασης ή με μικρά πεζά, με όμοιες εναλλαγές και στους στίχους (π.χ. «Ο άνθρωπος που τον δαγκώναν τα φίδια», «Τα τέρματα των Εθνών»). Παρούσα επιλεκτικά και η ομοιοκαταληξία ή, σπανιότερα, η μερική εμμετρότητα προς επίρρωση της ειρωνείας.
Πολλά και διαφορετικά στοιχεία λοιπόν συλλειτουργούν στη σύνθεση των ποιημάτων: χιούμορ, ειρωνεία, επίταση του παράλογου ως καθημερινού βιώματος, γλώσσα του καθημερινού, τετριμμένες λέξεις, αντιλυρισμός, εστίαση στο παρόν. Η συλλογή του Τσαλαπάτη, μαζί με μερικές άλλες περίπου συνομηλίκων του, εισάγει διακυβεύματα όχι ως επικαιρότητα αλλά ως αναγκαιότητα χάραξης νέων οδών του σύγχρονου ποιητικού λόγου. Οι κομβικές επαναλαμβανόμενες θεματικές της ποίησης -το εγώ και το εγώ στον κόσμο- αναζητούν νέες οπτικές, νέους χειρισμούς και το βάρος δίνεται στο πώς. Εδώ ο Τσαλαπάτης καταθέτει τον δικό του τρόπο που δεν συνιστά απάντηση σε ερωτήματα, αλλά απόπειρα «επανέναρξης» του βλέμματος και ταξιθέτησης στοιχείων του πραγματικού εντός μας: να βιώσουμε το καθημερινό ατομικό και συλλογικό παράλογο μέσω της σθεναρής κριτικής της ποίησης, του όμορφου όπλου.
