ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

(Συνέχεια από το φύλλο του Σαββάτου)

Σάστιζε το θύμα απ’ την αναπάντεχη χασούρα, όντας εκατό τοις εκατό βέβαιο πως είχε βρει τον «παπά». Ποντάριζε, λοιπόν, και στις επόμενες χαρτωσιές, προσπαθώντας να αντιληφθεί τι συμβαίνει. Οταν άρχιζε να ψυλλιάζεται ότι δεν αποκλείεται να τον εξαπατούν, έχανε ήδη ένα σεβαστό ποσόν. Το ίδιο είχαν πάθει ακόμα κάνα-δυο-τρεις από το υπαίθριο καρέ. Οι χαμένοι στα χαρτοπαίγνια πουλούν και την ψυχή τους στον διάβολο προκειμένου να ρεφάρουν.

Ιδιαζόντως μεγαλόκαρδη η ομάς των μικροαπατεώνων, τους παρείχε σπάνια ευκαιρία. Ο παπατζής δεν έκρυβε την αγανάκτησή του, καθώς τα πονταρίσματα μειώνονταν μοιραία και κάποια στιγμή πετούσε τα φύλλα στο αυτοσχέδιο τραπέζι κι έκανε πως αποχωρεί εις ένδειξη δυσαρέσκειας. Δέκα βήματα προς τα πίσω ήταν υπεραρκετά. Ο ένας εκ των αβανταδόρων έπιανε τότε τον «παπά», τον τσάκιζε ανεπαίσθητα στην μιαν άκρη, ώστε να εξέχει εμφανώς μια μικρή γωνιά, και καλούσε τους «συμπαίκτες» του σε ανταρσία.

Να του τα πάρουμε του λαμόγιου, ψιθύριζε με νόημα, κλείνοντας το μάτι στους υπόλοιπους. Ο παπατζής επέστρεφε και παριστάνοντας πως δεν κατάλαβε το παραμικρό, ανακάτευε επαναλαμβάνοντας μονότονα: «Εδώ παπάς, εκεί παπάς, που ’ν’ ο παπάς», ενώ με το μικρό δαχτυλάκι τον ίσιωνε στη ζούλα, τσαλακώνοντας με πανομοιότυπο τρόπο κάποιο άσχετο φύλλο. Μόλις τα ’ριχνε στο πανί, η ομήγυρις ποντάριζε ευλόγως τα ρέστα της στο τσακισμένο χαρτί.

Ανοίγοντας τα φύλλα, κατάπληκτα τα θύματα καταβαραθρώνονταν από από τα μαβιά σύννεφα της πλάνης τους, αλλά προτού εκδηλώσουν την οργή τους, ο τσιλιαδόρος φώναζε «σύρμα» τρεις φορές, ο παπατζής τσέπωνε τα μπικικίνια και και γινόταν μπουχός μαζί με τη σκευή του, τρέχοντας με τις φτέρνες να χαϊδεύουν τον σβέρκο. Αφού καβάτζωναν το χρήμα, έστηναν σε κάνα μισαωράκι την πλανόδια λέσχη τους σε άλλο πόστο.

Φαίνεται πως ξύπνησαν τα κορόιδα τα επόμενα χρόνια και ελλείψει αφελούς πελατείας οι συμπαθείς παπατζήδες εξαφανίστηκαν από το κέντρο. Παρουσιάστηκαν ξανά στις αρχές του ’90 για να ξαφρίσουν απονήρευτους Αλβανούς μετανάστες, αλλά για σύντομο διάστημα. Την περασμένη Κυριακή έπινα τσίπουρα με παλιόφιλους στην πλατεία Αδριανού, κατά Θησείο μεριά, όταν είδα να ρίχνουν τον «παπά» παραδίπλα. Πλησίασα με τον αέρα του έμπειρου θεατή της παράστασης. Απελπίστηκα, όμως, από τις πρώτες σκηνές. Οι παλιοί καλοί παπατζήδες διέθεταν στόφα καλλιτέχνη, μάγου και ταχυδακτυλουργού, τρία σ’ ένα.

Ιδροκοπούσαν τούτοι ’δώ μπρος στην τράπουλα, αλλά έκανε μπαμ από χιλιόμετρα ότι επρόκειτο για αλμπάνηδες. Απορούσα πού βρίσκουν μουστερήδες. Ξάφνου ένας απ’ την ομάδα ξαπλώνει στο πλακόστρωτο διστακτικό θύμα, του αρπάζει το πορτοφόλι και αποχωρούν ομού με απειλές. «Είναι συμμορίες που λυμαίνονται την περιοχή κάμποσο καιρό και γδύνουν κυρίως τουρίστες», μου εξηγούν μαγαζάτορες και θαμώνες της περιοχής. «Η Αστυνομία τους ξέρει, τους αφήνει ωστόσο να δρουν ανενόχλητοι. Γράψε κάτι» προτείνουν. Τους κάνω το χατίρι έμπλεος θλίψης, επειδή ξεφτιλίζονται σε τέτοιο βαθμό οι παραδοσιακές τέχνες της πόλης.