Αγρια στριμωγμένη στα σχοινιά βρίσκεται πλέον η κυβέρνηση Σολτς στη Γερμανία, καθώς πιέζεται αφόρητα να επιλέξει μεταξύ του οριστικού απεγκλωβισμού της από τη ρωσική ενέργεια και μιας τεράστιας ζημιάς η οποία ενδεχομένως να αποδειχτεί ανεπανόρθωτη για την οικονομία.
Το απίστευτα προσβλητικό άδειασμα του Γερμανού προέδρου Βάλτερ Στάινμαϊερ προχθές από τους Ουκρανούς -αν και «μαζεύτηκε» χθες- υποδεικνύει ότι οι πιέσεις των «συμμάχων» για κλιμάκωση της σύγκρουσης με τη Ρωσία και συναίνεση του Βερολίνου σε ένα άμεσο εμπάργκο της Ε.Ε. στις εισαγωγές ενέργειας από τη Ρωσία θα ενταθούν ακόμη πιο πολύ στη συνέχεια.
Από την άλλη πλευρά όμως τα πέντε κορυφαία ινστιτούτα οικονομικών ερευνών της Γερμανίας προειδοποίησαν χθες ότι το εμπάργκο αυτό θα κοστίσει 220 δισ. ευρώ, πάνω από 400 χιλιάδες χαμένες θέσεις εργασίας, βαθιά ύφεση τον επόμενο χρόνο και ενδεχομένως απώλεια του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που έχει η γερμανική οικονομία στις διεθνείς αγορές.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις των πέντε ινστιτούτων (German Institute for Economic Research, Ifo, Institute of Kiel for the World Economy, Halle Institute for Economic Research και RWI), αν σταματήσουν άμεσα όλες οι εισαγωγές ενέργειας από τη Ρωσία η ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας θα επιβραδυνθεί κάθετα φέτος στο 1,9% φέτος από 2,9% πέρσι -και 4,8% που προβλεπόταν τον προηγούμενο Οκτώβριο- ενώ το 2023 το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί -2,2%.
Η συνολική επίπτωση στη διετία εκτιμάται ότι θα είναι μεγαλύτερη από τις απώλειες που είχε η οικονομία εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού.
«Η Γερμανία». όπως σημείωσε χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου του Κιέλου Stefan Kooths, «θα χάσει στη διετία 2022-23 οικονομικό προϊόν 220 δισ. ευρώ, το οποίο ισοδυναμεί με το 6,5% του ΑΕΠ». Τα πέντε ινστιτούτα αναμένουν ακόμη ότι το άμεσο ενεργειακό εμπάργκο στη Ρωσία θα αυξήσει τον αριθμό των ανέργων από 2,37 εκατομμύρια φέτος στα 2,79 εκατομμύρια το 2023 και θα εκτοξεύσει τον πληθωρισμό σε επίπεδα ρεκόρ 7,3% φέτος και σε 5% το 2023.
Ο επικεφαλής του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών Marcel Fratzscher πιστεύει από την πλευρά του ότι ο αντίκτυπος του εμπάργκο μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερος. «Η μεγάλη ανησυχία», υπογραμμίζει, «είναι μια μόνιμη διάβρωση της ανταγωνιστικότητας της γερμανικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα σε τομείς όπως τα χημικά, η χαλυβουργία και η παραγωγή λιπασμάτων». Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος ο επικεφαλής οικονομολόγος της S&P, Paul Gruenwald, τονίζει ότι ενδεχόμενη οριστική «εμπορική ρήξη» -πέραν της ενέργειας- μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας θα επιφέρει σημαντικό πλήγμα στην πανίσχυρη βιομηχανία της δεύτερης προκαλώντας σοκ στην οικονομία της.
Επιπτώσεις
Ας σημειωθεί ότι το εμπόριο των δύο χωρών κατέγραψε ισχυρή άνοδο πέρσι με την αξία των συναλλασσόμενων αγαθών να αυξάνεται κατά 34,1%, στα 59,8 δισ. ευρώ. Η Γερμανία εισήγαγε κυρίως αργό πετρέλαιο, φυσικό αέριο, μέταλλα και άνθρακα, ενώ η Ρωσία οχήματα, μηχανήματα και χημικά προϊόντα. Εκπρόσωποι των Γερμανών βιομηχάνων έχουν ήδη προειδοποιήσει ότι οι επιπτώσεις της απεμπλοκής από το ρωσικό φυσικό αέριο θα γίνουν αισθητές σε κάθε προϊόν που παράγεται στη Γερμανία, από τα δομικά υλικά, συνθετικά, φυτοφάρμακα, απολυμαντικά, συσκευασίες και ημιαγωγούς έως τα φάρμακα, λόγω της μεγάλης διασύνδεσης των εξαγωγικών κολοσσών της χώρας και των χιλιάδων μικρών και μεσαίων βιομηχανιών της.
Ο πρόεδρος της BASF, Martin Brudermüller, υποστήριξε πρόσφατα ότι το εμπάργκο θα μπορούσε να οδηγήσει σε λουκέτα, πολύ υψηλή ανεργία και τη σοβαρότερη κρίση από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου καταστρέφοντας την ευημερία της χώρας. Διόλου τυχαία κάποιες γερμανικές εταιρείες εξετάζουν ακόμη και το ενδεχόμενο να μεταφέρουν την παραγωγής τους στο εξωτερικό, προβλέποντας ότι η λειτουργία τους στη Γερμανία θα γίνει απαγορευτικά δαπανηρή και πυροδοτούν φόβους ότι η ατμομηχανή της Ευρώπης κινδυνεύει να χάσει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα.
Η κυβέρνηση Σολτς πιστεύει πάντως ότι η χώρα είναι σε θέση να απογαλακτιστεί από το ρωσικό φυσικό αέριο σε περίπου δυο χρόνια, βιομήχανοι όμως όπως ο Brudermüller πιστεύουν ότι τέσσερα με πέντε χρόνια είναι πιο ρεαλιστικά, ενώ κάποιοι ειδικοί θεωρούν ως πιο πιθανό το τέλος της δεκαετίας.
