Σύγκρουση γενεών. Ο όρος διαδόθηκε στη δεκαετία του 1950, κράτησε μέχρι κοντά το 1980. Υποδήλωνε τις διαφορετικές αντιλήψεις των νέων από αυτές των μεγαλύτερων – γονέων, παππούδων, γιαγιάδων. Η διαφοροποίηση ήταν περισσότερο πολιτισμική, αφορούσε τη θέαση της καθημερινότητας, της ζωής. Συμπυκνωνόταν στη διεκδίκηση και διαχείριση του ελεύθερου χρόνου και τροφοδότησε σειρά από εμβληματικές δράσεις. Ενάντια στον καταναλωτισμό, στον πόλεμο, στους τεχνοκράτες, υπέρ της συμμετοχής στα κοινά, στην αυτοδιαχείριση. Εμβληματικές υπήρξαν οι διαμαρτυρίες ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ, ο Μάης του 1968.
Αναμφίβολα η διαγενεακή σύγκρουση χαρακτηρίζει και προηγούμενες ιστορικές περιόδους, ιδιαίτερα εκείνες που σημαδεύονται από ευρείς δομικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Οταν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα τα παιδιά των αγροτών γίνονταν εργάτες, όταν στον Μεσοπόλεμο λίγα εργατόπαιδα και αγροτόπαιδα, αγόρια κατά βάση, σπούδαζαν και άλλαζαν, χάρη στο πτυχίο, κοινωνική συνθήκη και ενίοτε πολιτική συμπεριφορά. Αυτά όμως είναι περιορισμένης κλίμακας σε σχέση με τη δεκαετία του 1960.
Τελευταία βρισκόμαστε σε κάτι ανάλογο. Αυτό αποτυπώνεται σε δύο τομείς. Στη χρήση των νέων τεχνολογιών και στις πολιτικές συμπεριφορές. Το πρώτο είναι εύλογο με την έκρηξη των νέων τεχνολογιών. Μεγάλο μέρος των νέων κάνει σχετικές σπουδές, οι περισσότεροι είναι εξοικειωμένοι με τις τεχνολογίες αυτές και τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Αυτό οδηγεί συχνά σε μια διαφορετική χρήση του χρόνου και σε νέες μορφές επικοινωνίας και συνύπαρξης με φίλους και ομήλικους.
Από την άλλη γινόμαστε μάρτυρες μιας διαφορετικής στάσης για τα δημόσια πράγματα, ιδιαίτερα για την πολιτική. Κάποιοι πολιτικοί όπως ο Εμ. Μακρόν και ο Κ. Μητσοτάκης επιχείρησαν να προσεταιριστούν τους νέους εκθειάζοντας τις τεχνικές τους δεξιότητες και προβάλλοντάς τους ως φορείς μιας νέας κοινωνίας, στηριγμένης στην καινοτομία. Τα αποτελέσματα ήταν μάλλον ισχνά. Στις περισσότερες χώρες αρκετοί νέοι παραμένουν δύσπιστοι στα πολιτικά δρώμενα και απέχουν από τις εκλογές. Ταυτόχρονα, όλο και περισσότεροι στρέφονται προς ριζοσπαστικότερες λύσεις. Στις πρόσφατες εκλογές στη Γαλλία, σύμφωνα με μετρήσεις, το 34% των νέων ψήφισε τους Ανυπότακτους του Μελανσόν και το 21% το κόμμα της Λεπέν. Ανάλογα ποσοστά είχαμε πρόσφατα και στη Γερμανία, σε όφελος κυρίως των Πράσινων. Θυμίζω ότι κάτι ανάλογο δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα σε όφελος του ΣΥΡΙΖΑ και σε μικρότερο βαθμό του ΜέΡΑ25.
Το ακριβώς αντίθετο παρατηρείται στις μεγάλες ηλικίες. Σύμφωνα πάλι με μετρήσεις, στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία ο Μακρόν πήρε 51% των ψήφων στους άνω των 70, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από το 27% που πήρε συνολικά. Αντίστοιχη εκλογική στάση έχουμε και σε άλλες χώρες – και στην Ελλάδα. Η εκλογική νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές του 2019 οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ψήφο των άνω των 65. Το ίδιο και μέχρι πρόσφατα η δημοσκοπική της υπεροχή.
Μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα για σύγκρουση γενεών; Ναι. Αλλά η σημερινή είναι διαφορετική από εκείνη των μεταπολεμικών δεκαετιών. Τότε, σε συνθήκες οιονεί πλήρους απασχόλησης διεθνώς, κοινωνικού κράτους και διευρυνόμενης ευημερίας, ήταν κατά βάση πολιτισμική. Αφορούσε κυρίως τον κόσμο και τη ζωή που οι νέοι ονειρεύονταν. Γι’ αυτό πολιτικοί επιστήμονες υποστήριξαν ότι οι συμπεριφορές τους, πολιτικές και μη, εκπήγαζαν από μεταϋλικές αξίες. Σήμερα το διακύβευμα είναι τελείως διαφορετικό. Πέρα από την ανεργία, κυριαρχούν οι χαμηλοί μισθοί, η επισφάλεια.
Ολα αυτά οδηγούν πολλούς νέους στην οντολογική ανασφάλεια, στην εξάρτηση από τους γονείς, τους συγγενείς, ακόμη και εμπόρους ελπίδας. Διόλου τυχαίο ότι το βασικό κριτήριο πολιτικής επιλογής και ψήφου είναι η οικονομική συνθήκη, η «τσέπη». 57% των ερωτηθέντων στις εκλογές στη Γαλλία δήλωσαν ότι ψήφισαν με γνώμονα το κριτήριο αυτό. Εικάζω ότι το ποσοστό αυτό είναι πολύ υψηλότερο μεταξύ των νέων. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς» με την Prorata, οι νέοι 17-34 ετών ανησυχούν όλο και περισσότερο την τελευταία τριετία για την επιβίωσή τους, ιδιαίτερα για την εργασιακή επισφάλεια. Ολα αυτά οδηγούν στο γεγονός η ψήφος των νέων να μην είναι απλά διαφορετική από αυτή των μεγαλύτερων αλλά να είναι σε αρκετές περιπτώσεις αντίθετη από εκείνη των γονιών τους. Με δυο λόγια, κάποιοι γονείς συντρέχουν τα παιδιά τους, ταυτόχρονα όμως ενισχύουν αυτούς που τα παιδιά τους θεωρούν υπεύθυνους για το δικό τους δυστοπικό μέλλον.
* Πανεπιστήμιο Πατρών
