Δεν ξέρω αν συμβαίνει γενικά, πάντως το έχω παρατηρήσει τουλάχιστον για τις ταινίες της πρόσφατης ελληνικής (και όχι μόνο) παραγωγής: μοιάζουν με τους σκηνοθέτες τους. Γεγονός αναμενόμενο ίσως, αλλά πλέον και παρατηρήσιμο, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Η «Αγία Εμυ» είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Πρόκειται για μια εξαιρετική ταινία, την πρώτη μεγάλου μήκους της Αρασέλης Λαιμού. Η ταινία έχει ήδη βραβευτεί στο πρόσφατο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και πριν από λίγες ημέρες, έλαβε και το μεγάλο βραβείο στο Greek Film Festival in Berlin, που έγινε με μεγάλη επιτυχία, για 7η χρονιά στο Βερολίνο.
Την Αρασέλη τη γνωρίσαμε αρχικά ως συνεργάτιδα των ταινιών του άλλου υπέροχου (ανθρώπου και σκηνοθέτη) Παναγιώτη Ευαγγελίδη. Ο ίδιος επισημαίνει έως σήμερα το πόσο του λείπει (την ήξερε από πριν γεννηθεί ακόμα!), καθώς η Αρασέλη απέκτησε ένα μωράκι και μετακόμισε το Λος Αντζελες, όπου εργάζεται με τον σύντροφό της. Η ίδια είχε βραβευτεί ως μοντέρ και σκηνογράφος στο «Ιρβινγκ Παρκ» και στο «Λάμπουν στο Σκοτάδι» του ίδιου και στο «Road to Nowhere» του Μόντε Χέλμαν, που έλαβε Ειδικό Χρυσό Λέοντα στη Βενετία. Οι βραβεύσεις φυσικά είναι μία κάποια βοήθεια για τον δημιουργό, ωστόσο η Αρασέλη πραγματικά τις αξίζει. Η πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία είναι η απόδειξη. Βγαίνει σήμερα στους κινηματογράφους και μπορείτε να το διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι.
Γεννήθηκε στο Παρίσι και μεγάλωσε στην Ελλάδα. Τώρα ζει στο Λος Αντζελες (είναι η ιδρύτρια και διευθύντρια του τμήματος International Project Discovery του φεστιβάλ ελληνικών ταινιών εκεί). Ναι, είναι της γνωστής οικογενείας, αλλά και όχι ακριβώς (τα λέμε και γελάμε)… Αυτά για την Αρασέλη. Η Αμπιγκέιλ, από την άλλη, ήρθε στην Ελλάδα από τις Φιλιππίνες όταν ήταν μικρή. Δεν έχει ξαναπάει ποτέ έως τώρα. Οι γονείς της ήταν ήδη στην Ελλάδα, για εργασία. Η ίδια μεγάλωσε τον μικρότερο αδερφό της στις Φιλιππίνες, μαζί με τη γιαγιά και τη θεία της. Η Αμπιγκέιλ δεν είναι επαγγελματίας ηθοποιός. Αλλά ερμηνεύει απροσδόκητα καλά τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Αγία Εμυ». Η ταινία περιγράφει τη σχέση δυο αδερφών από τις Φιλιππίνες, της Εμυ (Αμπιγκέιλ Λόμα) και της Τερέζας (Χασμίν Κιλίπ). Η δεύτερη μένει έγκυος (ευρηματική η σκηνή, όπου κάνει για πρώτη φορά έρωτα μ’ έναν Ελληνα, μέσα σε ένα ιχθυοπωλείο όπου εργάζονται οι αδερφές, καθώς και η αντίδραση της Εμυ, σαν το καταλαβαίνει. Το σύμβολο του ιχθύος, που πάει πίσω στους αιώνες, χρησιμοποιείται εξαιρετικά από την σκηνοθέτιδα σε όλη την ταινία και ειδικά σε αυτή τη σκηνή). Η Εμυ αρχίζει να παρουσιάζει κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες, που θυμίζουν έντονα σαμανισμό. Ο Ελληνας (πολύ καλός και ο Μιχάλης Συριόπουλος στο ρόλο!) σκέφτεται πώς μπορεί να εκμεταλλευτεί αυτές τις περίεργες ικανότητες. Ενώ η ίδια η κοινότητα εκφράζει φόβο και σεβασμό.
«Ηθελα να γράψω μια ιστορία για δυο αδερφές» μας λέει η Αρασέλη. «Σκέφτηκα αυτή την κοινότητα, καθώς είναι αρκετά κλειστή, με κόσμο να έρχεται και να φεύγει και με μια δική της “ενδοεπικοινωνία”. Πήγα λοιπόν σε μια από τις εκκλησίες τους και τους γνώρισα. Κρατούσα σημειώσεις, παρατηρούσα. Με δέχτηκαν πολύ όμορφα. Αυτά έγιναν το 2012. Εκεί, ανακάλυψα ένα τελείως διαφορετικό βίωμα απ’ ό,τι είχα εγώ στον νου μου για την εκκλησία. Κάποια στιγμή, ήμουν παρούσα και σε μια θεραπευτική τελετή. Κατευθείαν αυτό συνδέθηκε και με δικά μου βιώματα, κυρίως από τη μεριά της μητέρας μου, που έψαχνε όλα αυτά τα εναλλακτικά. Οπότε, κάπως έτσι συνδέθηκαν όλα τα στοιχεία του παζλ».
«Ξαναγεννήθηκα χριστιανή» μας λέει η Αμπιγκέιλ. Δεν κατάλαβα ακριβώς τι «χριστιανή» εννοούσε, αλλά οι λεπτομέρειες ίσως δεν έχουν και τόση σημασία. Τα βιώματα όμως έχουν. Αυτό φαίνεται και στην ταινία, η οποία κυμαίνεται από το πώς είναι μία κλειστή κοινότητα μεταναστών εργατών (εργατριών κυρίως), μέχρι τον σαμανισμό και από ένα έντονο κοινωνικό σχόλιο μέχρι ένα βαθιά πολιτικό.
«Προσωπικά με ενδιέφερε η γενιά της Αμπιγκέιλ. Δηλαδή η δεύτερη γενιά, παιδιά που είναι τώρα 20 χρόνων και ήδη οι Φιλιππίνες φαντάζουν ένας μακρινός προορισμός για εκείνα. Από την άλλη, οι γονείς τους είναι βαθιά συνδεδεμένοι με τον τόπο καταγωγής τους. Και όλο αυτό συνθέτει ένα πολύ ενδιαφέρον πλαίσιο». «Δεν στάθηκα ακριβώς στο θέμα της μετανάστευσης, αλλά της ταυτότητας και της έννοιας του “ανήκω κάπου”» εξηγεί η σκηνοθέτις.
Η Αμπιγκέιλ είναι αρκετά εσωστρεφής, σχεδόν ντρέπεται. Την ταινία δεν έχουν δει ακόμα ούτε οι γονείς, ούτε οι φίλοι της – μην και την περάσουν «για ψώνιο» όπως μας λέει! Τη ρωτάμε για την ίδια, για το πώς είναι να ζει στο «ενδιάμεσο»: με δυο πατρίδες, δυο γλώσσες, πολλές παραδόσεις και ισχυρά οικογενειακά ερεθίσματα. «Δεν έχω βιώσει κάτι έντονο, όπως ρατσισμός» μας απαντά. «Ωστόσο ξέρω πως η λέξη “Φιλιππινέζα” ήταν ταυτόσημη με το “οικιακή βοηθός”. Αλλά ίσως τώρα, στο 2022, οι άνθρωποι να μην έχουν ακόμη αυτό στον νου τους. Εμείς, τα νεότερα μέλη, έχουμε άλλα όνειρα για τη ζωή μας».
Είναι περίεργο να ανήκεις στο ενδιάμεσο; «Εκπροσωπείς μία πατρίδα που είναι μακριά σου, ενώ όταν ήσουν εκεί δεν συνέβαινε αυτό. Είναι κάπως σαν να κουβαλάς στο σήμερα τόσα πολλά πράγματα (πατρίδα εκεί, νέα χώρα εδώ, γονείς, αναμνήσεις, παραδόσεις, θρησκείες, ιστορίες) και να προσπαθείς να αναγνωρίσεις τα δικά σου, προσωπικά θέλω, τις δικές σου σκέψεις, εσένα δηλαδή μέσα και έξω από αυτά. Η ταινία μου έχει να κάνει με την ταυτότητα» μας λέει η Αρασέλη, που και η ίδια είναι πολίτης του κόσμου.
