Η εισβολή του Πούτιν με ξάφνιασε, επειδή θεωρούσα ότι δεν θα το έκανε. Και το νόμιζα αυτό σταθμίζοντας ορθολογικά παραμέτρους και πιθανότητες. Σε τι αποτελέσματα μπορεί να ελπίζει ο Πούτιν; Ακόμα και αν νικούσε σύντομα, πράγμα που δεν βλέπουμε να συμβαίνει, πώς θα μπορούσε να διατηρήσει υπό κατοχή μια χώρα 40 εκατομμυρίων κατοίκων, τη μεγαλύτερη στην Ευρώπη, θεωρώντας ότι ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού θα αποδεχόταν μια μη δημοκρατική κυβέρνηση;
Αν το κίνητρό του ήταν το ότι αισθανόταν περικυκλωμένος, τώρα είναι σίγουρα περισσότερο, με καταστροφικές συνέπειες. Εξηγώ το γιατί: τίποτα δεν αυξάνει περισσότερο τον ουκρανικό εθνικισμό από μια εισβολή· εξάλλου, το ΝΑΤΟ δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ πιο συμπαγές από όσο είναι τώρα και κράτη όπως η Φινλανδία και η Σουηδία, που θεωρούσαν συνετό να μένουν εκτός, σταθμίζουν τώρα το αν πρέπει να ενταχθούν. Η Γερμανία δεν ήθελε να πουλάει όπλα στο εξωτερικό και να δίνει τη στρατιωτική της συνδρομή και υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει τη στάση της. Η Ιαπωνία, για προφανείς ιστορικούς λόγους, δεν ήθελε πυρηνικές κεφαλές στο έδαφός της, και τώρα το ξανασκέφτεται. Ο Μπάιντεν τώρα εγκωμιάζεται, ενώ πριν είχε το μισό Κογκρέσο εναντίον του.
Ο Πούτιν κατόρθωσε να μετατρέψει τη Ρωσία –η οποία αισθανόταν όχι άδικα ότι απειλείται– σε μια χώρα απομονωμένη από κάθε άποψη, ακόμα και οικονομική, πράγμα που θα προκαλέσει καταστροφές μακροπρόθεσμα. Ας υποθέσουμε ότι, ως έκβαση αυτής της καταστροφής, κατορθώνει να κατακτήσει, εκτός από την Κριμαία και το Ντονμπάς, που ήταν ήδη υπό τον έλεγχό του, και ολόκληρη τη χώρα. Οι κυρώσεις θα οδηγούσαν εκείνους που τον περιβάλλουν να πουν: «Θέλουμε να απαλλαγούμε από αυτόν, μας οδηγεί στην καταστροφή». Το πρόβλημα της Δύσης θα ήταν τότε τι να κάνει με τη Ρωσία μετά τον Πούτιν. Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο διέπραξε ένα πελώριο λάθος, ξεκινώντας από την επέκταση του ΝΑΤΟ. Αν οι Αμερικανοί είχαν διαλύσει το ΝΑΤΟ, αφού είχε καταρρεύσει ο κομμουνισμός, δεν θα είχαν δεχτεί πολλές διαμαρτυρίες από τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης. Το ότι το ΝΑΤΟ δεν έπρεπε να επεκταθεί το έλεγαν πολλοί εκείνη την εποχή.
Στη δεκαετία του 1990 νόμιζαν ότι, παρά την επέκταση του ΝΑΤΟ, θα μπορούσαν να αρχίσουν συνομιλίες με τη Μόσχα. Κάναμε όμως με τη Ρωσία αυτό που δεν είχαμε κάνει με τη Γερμανία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, συμπεριφερόμενοι τότε πιο συνετά. Χειριστήκαμε, για παράδειγμα, τη διάλυση της ΕΣΣΔ σαν μια ήττα της Ρωσίας και σαν το τέλος της σοβιετικής αυτοκρατορίας να μην ήταν μια απόφαση του Γκορμπατσόφ και των ίδιων των Ρώσων. Σπρώξαμε μακριά τη Ρωσία, αντί να την προσεγγίσουμε όλο και περισσότερο αποκαθιστώντας κανονικές σχέσεις.
Ο Πούτιν έφτιαξε μια αφήγηση επιλέγοντας από την ιστορία μόνο αυτό που τον βόλευε. Οταν λέει ότι η Ουκρανία δεν υπήρξε ποτέ ένα έθνος, δεν έχει άδικο, με την έννοια ότι τα έθνη, ακόμα και τα δικά μας, είναι πρόσφατες επινοήσεις, του 19ου αιώνα. Το Κίεβο ήταν η πρωτεύουσα της μεσαιωνικής Ρωσίας, όταν η Μόσχα ήταν ένα χωριό και η Πετρούπολη δεν υπήρχε. Ο Χρουστσόφ, που ήταν Ουκρανός, το 1954 έδωσε την Κριμαία στην Ουκρανία, αλλά τότε αυτό δεν είχε καμία επίπτωση, επειδή ήταν σαν να μετακινείς λίγο το σύνορο της Τοσκάνης.
Δεν εννοώ με αυτό ότι ο Πούτιν νομιμοποιείται να εισβάλει στην Ουκρανία. Θέλω απλώς να πω ότι ο Πούτιν παραβίασε τα σύνορα ενός κράτους, όχι ενός έθνους. Εξάλλου, η απάντηση του Πούτιν είναι: «Εσείς δεν εισβάλατε στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν; Μην είσαστε υποκριτές». Ωστόσο, ακόμα και στη Ρωσία, λίγοι πιστεύουν στην ιστορία που αφηγείται. Εδώ έγκειται ο μεγαλύτερος κίνδυνος γι’ αυτόν. Αν εισβάλεις σε μια άλλη χώρα, πρέπει να νικήσεις και να επιστρέψεις θριαμβευτής. Αν ο αριθμός των νεκρών Ρώσων μεγαλώσει, αν οι κυρώσεις τον πλήξουν σκληρά, ο Πούτιν μπορεί να καταρρεύσει. Πότε οι Αμερικανοί τερμάτισαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ; Οταν έγιναν πάρα πολλοί οι νεκροί Αμερικανοί στρατιώτες. Και όπως έλεγε ο Σουν Τσου: «Πρέπει πάντοτε να δρας έτσι ώστε να αφήνεις μια οδό διαφυγής στον εχθρό».
*Συνεργάτης του αλησμόνητου Ερικ Χομπσμπάουμ, ο Βρετανός ιστορικός Ντόναλντ Σασούν είναι ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου. Το κείμενο αυτό είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε στη La Stampa (4/3/22)
Επιμέλεια-μετάφραση: Θανάσης Γιαλκέτσης
