ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλεξάνδρα Ροζοκόκη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η χερσόνησος της Κριμαίας διακρίνεται για την πλούσια αλιεία, την εύφορη γη, το άφθονο αλάτι· αποτελεί άριστο συγκοινωνιακό κόμβο για το θαλάσσιο και χερσαίο εμπόριο. Σπουδαίοι Ρώσοι λογοτέχνες έχουν υμνήσει τις φυσικές καλλονές της όπως οι Πούσκιν, Τολστόι, Γκόρκι, κ.ά.

Η ονομασία πρέπει να προέρχεται από την τουρκική λέξη kirim που σημαίνει «τάφρος, χαντάκι» και χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον ισθμό του Περεκόπ, όπου βρισκόταν ο αρχαίος οικισμός Τάφραι ή Τάφρη.

Η Κριμαία ονομαζόταν στην αρχαιότητα Ταυρική χερσόνησος. Λέγεται ότι έλαβε τ’ όνομά της από ένα ζευγάρι ταύρων που όργωσε τη γη (Στέφ. Βυζ. λ. Ταυρική). Κατά την αρχαϊκή εποχή (7ος-6ος αι. π.Χ.) Ελληνες εγκαταστάθηκαν στα παράλια, ιδρύοντας τη Χερσόνησο και το Παντικάπαιον (< Παντικάπης = περσική λέξη που σήμαινε μάλλον «δρόμος του ψαριού»).

Η αρχαία πόλη Χερσόνησος στη νοτιοδυτική Κριμαία (κοντά στη σημ. Σεβαστούπολη) ιδρύθηκε τον 6ο αι. π.Χ. από Ιωνες αποίκους και από Μεγαρείς που είχαν ιδρύσει προηγουμένως την Ηράκλεια Ποντική. Μεταξύ του 1ου και 3ου αι. μ.Χ. εγκαταστάθηκε ρωμαϊκή φρουρά για να ελέγχει το λιμάνι του Χάρακα (σημ. Ai-Todor). Κατά τους βυζαντινούς χρόνους διεξαγόταν εκτεταμένο εμπόριο με την απέναντι ακτή του Εύξεινου Πόντου. Τον 7ο αι. μ.Χ. ο εξόριστος πάπας Μαρτίνος Α΄ μαρτυρεί ότι πηγαινοέρχονταν πλοία κουβαλώντας σιτηρά και ανταλλάσσοντάς τα με αλάτι. Τον 10ο αι. η βάφτιση του Βλαδίμηρου Α΄ του Κιέβου στην πόλη υπήρξε η αφετηρία του εκχριστιανισμού των Σλάβων.

Το Παντικάπαιον, πόλη και λιμάνι στην ανατολική Κριμαία (σημ. Κερτς), ιδρύθηκε από Μιλήσιους τον 6ο αι. π.Χ. Χτισμένο σε λόφο, αγνάντευε και έλεγχε το περίφημο στενό του Κιμμέριου Βοσπόρου· πρόκειται για τον σημερινό πορθμό του Κερτς που ενώνει τον Εύξεινο Πόντο με την Αζοφική Θάλασσα (αρχ. Μαιώτιδα λίμνη). Κατά την ελληνιστική εποχή η πόλη γνώρισε πλούτο όπως μαρτυρούν τα χρυσά νομίσματα, οι ωραίοι τάφοι και τα κτίρια στην ακρόπολη που ήταν διακοσμημένα με μάρμαρο.

Προστάτης θεός της πόλης ήταν ο Απόλλων Ιατρός· λατρεύονταν ακόμη η Δήμητρα, η Κυβέλη και ο Διόνυσος. Στις οικονομικές δραστηριότητες της πόλης συμπεριλαμβάνονταν το πάστωμα ψαριών και η παραγωγή οίνου. Το Παντικάπαιον λειτούργησε ως έδρα του βασιλείου των Σπαρτοκιδών μεταξύ 438-110 π.Χ., οπότε πέρασε στα χέρια του Μιθριδάτη ΣΤ΄ Ευπάτορα.

Οι Σπαρτοκίδες ως προμηθευτές σιτηρών ανέπτυξαν καλές διπλωματικές σχέσεις με τους Ελληνες του Αιγαίου και ιδίως με τους Αθηναίους. Γύρω στο 250 μ.Χ. το Παντικάπαιον υπέστη ζημιές από επιδρομές Γότθων και Ερούλων, ενώ προς το τέλος του 4ου αι. μ.Χ. κυριεύτηκε από Ούννους.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίας τους στην Ταυρική, οι Ελληνες άποικοι όφειλαν να συνυπάρχουν με τις εγχώριες φυλές των ορεινών Ταύρων και των ηπειρωτών Σκυθών. Μία από τις ντόπιες θεότητες, η Παρθένος, λατρευόταν με ανθρωποθυσίες· το έθιμο ήταν άγριο.

Οι Ταύροι προσέφεραν στην Παρθένο ξένους ναυαγούς και αιχμάλωτους Ελληνες ναυτικούς· τους τσάκιζαν το κεφάλι με ρόπαλο, το έκοβαν και το κάρφωναν σ’ έναν πάσσαλο. Το ακέφαλο σώμα είτε το έθαβαν είτε το πετούσαν στον γκρεμό όπου δίπλα του είχε χτιστεί το ιερό. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (4.103 κ.ε.), οι Ταύροι είχαν ταυτίσει την παραπάνω θεότητα με την Ιφιγένεια, την κόρη του Αγαμέμνονα. Ο ίδιος ιστορικός πληροφορεί ότι οι Ταύροι ζούσαν με επιδρομές και λεηλασίες· τα κομμένα κεφάλια των αιχμαλώτων τους τα στερέωναν σ’ ένα ψηλό ξύλινο κοντάρι και το έστηναν πάνω στη στέγη για να λειτουργούν ως φύλακες του σπιτιού τους.

Οι Αγάθυρσοι, γείτονες των Ταύρων, ήταν πολύ πιο εκλεπτυσμένοι, αβροδίαιτοι και κυκλοφορούσαν χρυσοστολισμένοι. Για να νιώθουν όλοι μεταξύ τους συγγενείς, είχαν τις γυναίκες κοινές.

Οι Κιμμέριοι, διωγμένοι από Σκύθες νομάδες, αποφάσισαν να αφήσουν τη νότια Ρωσία και να εισβάλουν στη Φρυγία, μεταξύ 700-675 π.Χ. Γύρω στο 644 π.Χ. επιτέθηκαν στις Σάρδεις, σκότωσαν τον βασιλιά Γύγη και άλωσαν την πόλη. Υπήρξαν φόβος και τρόμος για τους Ελληνες της Ιωνίας, όπως μπορούμε να αντιληφτούμε από τον σωζόμενο στίχο του Εφέσιου ποιητή Καλλίνου «τώρα καταφτάνει ο βίαιος στρατός των Κιμμερίων» (απ. 5 West)! Επιδημίες και συνεχείς πόλεμοι με Λυδούς και Ασσύριους αποδυνάμωσαν τελικά τους Κιμμέριους.

Στη χώρα των Ταύρων βρέθηκε η Ιφιγένεια όταν τη μετέφερε με θαυμαστό τρόπο η θεά Αρτεμη για να την κάνει ιέρεια στον εκεί ναό της· την ίδια στιγμή θυσιαζόταν στην Αυλίδα ένα ωραίο ελάφι στη θέση της αθώας κόρης. Μετά από χρόνια ο περιπλανώμενος Ορέστης, κυνηγημένος από άγριες τύψεις για τη μητροκτονία που είχε διαπράξει, έφτασε μέχρι την αφιλόξενη Ταυρίδα όπου απρόσμενα βρήκε τη χαμένη αδελφή του. Επιχείρησε να τη μεταφέρει κρυφά μαζί με το ιερό ξόανο της θεάς στην Ελλάδα.

Οταν η κλοπή του πανάρχαιου αγάλματος και της ιέρειας έγινε αντιληπτή από τους ντόπιους, υπήρξε (όπως ήταν φυσικό) σφοδρή σύγκρουση από την οποία οι Ελληνες βγήκαν νικητές. Στην αττική Βραυρώνα η Ιφιγένεια υπηρέτησε μέχρι το τέλος της ζωής της τη θεά· όταν απεβίωσε, την τιμούσαν αφιερώνοντας στον τάφο της τα ρούχα των γυναικών που πέθαιναν κατά τη γέννα. Στο ίδιο αττικό ιερό την ημέρα εορτής της θεάς, ο ιερέας πλήγωνε ελαφρά με το μαχαίρι τον λαιμό ενός νεαρού άνδρα· το λίγο αίμα που έβγαινε ήταν αρκετό για να αντικαταστήσει τις παλιές βάρβαρες ανθρωποθυσίες.

Από την Ιφιγένεια και τον Μιθριδάτη έως το σήμερα

Το 413 π.Χ. στο έργο του «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» ο Ευριπίδης παρουσιάζει την ηρωίδα να μην έχει χάσει τον ευγενικό χαρακτήρα της και να νιώθει απέχθεια προς τις ανθρωποθυσίες, μολονότι είχε κάθε λόγο να αντιπαθεί τους Ελληνες επειδή κάποτε προθυμοποιήθηκαν να τη θυσιάσουν. Αντιθέτως, ο ελληνιστικός ποιητής Λυκόφρων φιλοτεχνεί μια αρνητική εικόνα της Ιφιγένειας, χαρακτηρίζοντάς την «καρατόμο της Ελλάδας»· αυτή που κάποτε γλίτωσε από μαχαίρι τώρα δεν δείχνει ευσπλαχνία και πρόθυμα θυσιάζει κάθε δύστυχο αιχμάλωτο συμπατριώτη της.

Σαν μια σκοτεινή γριά μάγισσα φυσά πάνω από ένα καζάνι όπου βράζουν ανθρώπινες σάρκες. Το καζάνι έχει τοποθετηθεί πάνω σε μια σχισμή γης απ’ όπου η φωτιά ανεβαίνει από τα έγκατα του Αδη (Αλεξ. 187 κ.ε.). Η συγκεκριμένη εικόνα δεν αποκλείεται να έχει προέλθει από κάποιο σατυρικό δράμα ή ιλαροτραγωδία (φλύαξ), χαμένα σήμερα για εμάς.

Ο Λυκόφρων παρουσιάζει ακόμη τον μύθο της Ιφιγένειας σε μια παραλλαγή ελάχιστα γνωστή, σύμφωνα με την οποία η ηρωίδα έχει γνωρίσει τον έρωτα και καρπός της ένωσής της με τον Αχιλλέα ήταν ο Νεοπτόλεμος (Αλεξ. 183 κ.ε.). Μετά τη θυσία της στην Αυλίδα, ο Αχιλλέας αναγκάστηκε να αναθέσει την ανατροφή του μοναχογιού του στην αρχοντοπούλα της Σκύρου Δηιδάμεια· έτσι η Δηιδάμεια υπήρξε η θετή και όχι η πραγματική μητέρα του Νεοπτόλεμου.

Οι καιροί έχουν αλλάξει: για διαφόρους λόγους (πολιτικούς, προσωπικούς, όπως ο εντυπωσιασμός, η επίδειξη ευρυμάθειας, οξείας κριτικής σκέψης, κ.λπ.), οι ποιητές των ελληνιστικών χρόνων δεν διστάζουν να αποκαθηλώσουν από το υψηλό τους βάθρο αρχοντικές, αξιοσέβαστες μορφές του μυθικού παρελθόντος.

*Διευθύντρια Ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών