Στο φύλλο της «Εφημερίδας των Συντακτών» της 26/2/22 η Χριστίνα Πάντζου τοποθετεί την Κούβα ως πρώτη στη σειρά των «συμμάχων του Πούτιν» – στο ίδιο φύλλο που περιλαμβάνει ανταποκρίσεις από τις δολοφονικές στρατιωτικές επιθέσεις της Μόσχας σε όλη την ουκρανική επικράτεια. Κατά την άποψή μου οι επιθέσεις αυτές βάζουν στο στόχαστρο τον ουκρανικό λαό και την εθνική κυριαρχία του. Η αιχμή του άρθρου είναι ότι η Κούβα στηρίζει τη Ρωσία ως αποτέλεσμα κάποιου «δούναι και λαβείν», και συγκεκριμένα ότι η Αβάνα έδωσε τις ευλογίες της για την εισβολή έναντι της αναδιάρθρωσης 2,3 δισ. δολαρίων κουβανικού χρέους.
Το άρθρο αποτελεί διαστρέβλωση της θέσης της Κούβας στην παρούσα κρίση και αμαυρώνει το ηθικό κύρος μιας επανάστασης που εδώ και 60 και πλέον χρόνια δεν έχει διαπραγματευτεί τις αρχές της.
Η Κούβα, ως κυρίαρχο κράτος που επί έξι δεκαετίες οικοδομεί τον σοσιαλισμό κυριολεκτικά στο στόμα του λύκου, σε 90 ναυτικά μίλια απόσταση από τον ιμπεριαλιστικό κολοσσό των ΗΠΑ, επιδιώκει φιλικές και ισότιμες σχέσεις με κάθε χώρα της Γης. Εχει καταφέρει με την πάροδο των ετών να σπάσει την απομόνωση που οι ΗΠΑ επιδιώκουν να επιβάλουν. Μάλιστα, όπως παρακολουθήσαμε τα τελευταία δύο χρόνια, η βοήθεια που προσέφερε στην αντιμετώπιση της πανδημίας σε δεκάδες χώρες δεν έγινε θέτοντας προϋποθέσεις ως προς τη φύση των κυβερνήσεών τους. Ηταν πράξεις διεθνούς αλληλεγγύης στη βάση των αναγκών τους και στο μέτρο των δυνατοτήτων της Κούβας.
Τι δήλωσε, λοιπόν, ο Κουβανός ηγέτης Μιγκέλ Δίας Κανέλ κατά την επίσκεψη του προέδρου της ρωσικής Δούμας στο νησί στις 23/2; Εξέφρασε την αλληλεγγύη του προς τη Ρωσία απέναντι στην επιβολή κυρώσεων και απέναντι στην επέκταση του ΝΑΤΟ ώς τα σύνορά της. Από την Κούβα δεν εκφράστηκαν «εύσημα» για την εισβολή, ούτε αναγνώριση των Λαϊκών Δημοκρατιών Ντονέτσκ και Λουχάνσκ – αντιθέτως προς τη στάση των κυβερνήσεων της Βενεζουέλας και της Νικαράγουας. Το κουβανικό υπουργείο Εξωτερικών την ίδια μέρα δήλωσε υπέρ «μιας διπλωματικής λύσης διά μέσου του εποικοδομητικού και με αμοιβαίο σεβασμό διαλόγου για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης».
Ναι, η Κούβα βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση με τη σκλήρυνση του οικονομικού, εμπορικού και χρηματοπιστωτικού αποκλεισμού που άτεγκτα επιβάλλει η Ουάσιγκτον στο νησί – και ενόσω αντιμετωπίζει την πανδημία και την κατάρρευση των εσόδων από τον τουρισμό. Ναι, ο κουβανικός λαός έχει πικρή και μακροχρόνια πείρα τού πιο καθολικού και μακροχρόνιου οικονομικού πολέμου που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα και ξέρει καλά τι σημαίνουν κυρώσεις για έναν λαό. Αλλά –και ειδικά αναφορικά με το «εμπάργκο» των ΗΠΑ που τόσα χρόνια ψαλιδίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης της σοσιαλιστικής οικονομίας– η Κούβα έχει δείξει ότι η επανάστασή της δεν εξαγοράζεται.
Το καρότο της άρσης του αποκλεισμού της προτάθηκε σε δυο σημεία καμπής της πρόσφατης ιστορίας της, αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να πληρώσει το τίμημα: τη μία φορά από την κυβέρνηση Κάρτερ, εάν έπαυε τη διεθνιστική βοήθειά της προς την Αγκόλα, η οποία αντιμετώπιζε τα στρατεύματα της Νότιας Αφρικής του απαρτχάιντ στο έδαφός της, και την άλλη επί Ομπάμα, εάν σταματούσε τη διεθνιστική συνεργασία της και στήριξη στη Βενεζουέλα.
Κλείνω με ένα ελάχιστα γνωστό παράδειγμα διεθνούς αλληλεγγύης, το οποίο έχει δέσει άρρηκτα τον κουβανικό λαό με τους λαούς της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, με δεσμούς αλληλεγγύης. Αρχής γενομένης από το 1990, 26.000 παιδιά που έπασχαν από καρκίνο του θυρεοειδούς κ.ά. ως αποτέλεσμα του πυρηνικού δυστυχήματος στο Τσερνομπίλ θεραπεύτηκαν στην Κούβα.
Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που κράτησε πάνω από δυο δεκαετίες, με τη συμμετοχή χιλιάδων εθελοντών, και ενώ η κουβανική οικονομία δοκιμαζόταν σκληρά λόγω της απότομης διακοπής των εμπορικών σχέσεων με την τότε Σοβιετική Ενωση. Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης τα παιδιά αυτά είχαν μείνει αβοήθητα. Ειρήσθω εν παρόδω, η ιατρική συνεργασία με την Ουκρανία συνεχίζεται μέχρι σήμερα πάνω στην αντιμετώπιση του καρκίνου αλλά και της πανδημίας Covid-19.
*Mέλος της συντακτικής ομάδας των εκδόσεων Διεθνές Βήμα που έχει δημοσιεύσει πάνω από 14 τίτλους για την ιστορία και τη σημερινή πραγματικότητα της Κούβας
Η απάντηση της Χριστίνας Πάντζου
Στόχος του άρθρου μου για τους «συμμάχους» του Πούτιν δεν ήταν να βάλω εναντίον οποιασδήποτε χώρας ή κυβέρνησης, αλλά απλά να παραθέσω γεγονότα και επίσημες δηλώσεις κάποιων αρχηγών κρατών, χωρίς σχόλια. Η αναφορά σε γεγονότα δεν έχει σε καμία περίπτωση στόχο, όπως κατηγορεί η κ. Τερλεξή, να «αμαυρώνει το ηθικό κύρος μιας επανάστασης που εδώ και 60 και πλέον χρόνια δεν έχει διαπραγματευτεί της αρχές της».
Για την ακρίβεια του λόγου:
1. Το άρθρο δεν παρουσιάζει, όπως υποστηρίζει η κ. Τερλεξή, την Κούβα ως πρώτη στη σειρά των συμμάχων του Πούτιν», αλλά ως μία από τις πρώτες που στήριξε τη Μόσχα.
2. Σε κανένα σημείο το άρθρο δεν αναφέρει, όπως γράφει η κ. Τερλεξή, ότι από την Κούβα «εκφράστηκαν εύσημα για την εισβολή», ούτε πως «αναγνώρισε τις Λαϊκές Δημοκρατίες Ντονέτσκ και Λουχάνσκ».
3. Το άρθρο αφορά πολλές χώρες και όχι μόνο την Κούβα. Και αιχμή του δεν είναι ότι «η Κούβα στηρίζει τη Ρωσία ως αποτέλεσμα κάποιου “δούναι και λαβείν”, και συγκεκριμένα ότι η Αβάνα έδωσε τις ευλογίες της για την εισβολή έναντι της αναδιάρθρωσης 2,3 δισ. δολαρίων κουβανικού χρέους», όπως γράφει η κ. Τερλεξή. Το άρθρο –που πουθενά δεν αναφέρει πως «η Αβάνα έδωσε ευλογία για την εισβολή»– απλώς παραθέτει ένα αδιαμφισβήτητο και σημαντικό γεγονός που έγινε την προηγούμενη της επίσκεψης του προέδρου της Δούμας Βολόντιν στην Κούβα. Χωρίς καμιά αξιολόγηση: αυτό μπορεί να το κάνει ο κάθε αναγνώστης στη βάση των δικών του κριτηρίων.
4. Τα περί «ξεπουλήματος» της Κούβας, δεν είναι καμία δική μου αναφορά ούτε εκτίμηση (κάτι που θα γνώριζε άλλωστε όποιος έχει παρακολουθήσει την αρθρογραφία μου για την Κούβα επί δεκαετίες), αλλά συμπέρασμα της ίδιας της κ. Τερλεξή.
5. Ακόμη αναρωτιέμαι ποια είναι η «διαστρέβλωση της θέσης της Κούβας» σε αυτό το άρθρο. Θα μπορούσε κανείς να γράψει πολλά για αυτή τη θέση, για το ιστορικό της υπόβαθρο, για τις αρχές που τη διέπουν. Ωστόσο το να μη διατυπώνονται όλα αυτά (όπως δεν διατυπώθηκαν και για άλλες κυβερνήσεις) σε λίγες δεκάδες λέξεις που αφιερώθηκαν στις χώρες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο, δεν συνιστά ούτε διαστρέβλωση ούτε μομφή.
Κατανοώ απόλυτα τις ευαισθησίες που μπορεί να έχει κάποιος απέναντι στις πολιτικές επιλογές της Κούβας και τις αρχές της. Αλλά αυτές δεν μπορεί να γίνονται όχημα για αβάσιμες κατηγορίες ή ακόμη για δίκες προθέσεων και σκοπιμοτήτων. Πόσο μάλλον σε μια εφημερίδα όπως η «Εφημερίδα των Συντακτών» που από την πρώτη στιγμή της έκδοσής της με ρεπορτάζ και αρθρογραφία έχει στηρίξει την Κούβα και τον λαό της στην πολύχρονη μάχη τους για την αυτοδιάθεσή τους χωρίς ξένες επεμβάσεις. Οσο για το ποιος διαστρεβλώνει τι, ας μείνει στην κρίση των αναγνωστών.
Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο φύλλο της «Εφ.Συν.» τη Δευτέρα 28/02/2022.
