Παρέα μ’ έναν ακριβό φίλο στην απάνεμη γωνιά του Μελτεμιού, αγαπημένου, εδώ και χρόνια, καφενείου στα Χανιά, στην οδό Αγγέλου, στην Παλιά Πόλη. Προσπαθώ να κρύψω τη συγκίνηση και τη λύπη – το αιώνιο πένθος. Λάδι το κομμάτι της θάλασσας που βλέπουμε, μικρό αλλά μέγα. Εξαίφνης μικρά κύματα, ανεπαίσθητα, χορεύουν ήπια. Είναι οι πνοές της χαμένης μου κόρης, λέει το πάθος μου – έχουν αλλάξει, μέσα μου, τα ταξίδια και η χαρά που αυτά προσκόμιζαν. Μαγικό το τοπίο, το βλέμμα όμως αλλότριο, αλλόκοσμο.
Το σύμπαν συνεχίζει το βιολί του –να διαστέλλεται ή να συστέλλεται, αδιάφορο για το ποιος εξακολουθεί να ζει ή για το ποιος πεθαίνει πριν από τη φυσική (!) ροή του χρόνου. Ηλιόλουστη η μέρα, πουθενά όμως οι άνθρωποι. Πρωτοφανές· άδειο το λιμάνι. Γεμάτο το τραπέζι με την ταπεινή μαραθόπιτα και την ήσυχη τσικουδιά. Τα μικρά κύματα μπαίνουν μέσα μου, στα ταραγμένα σπλάχνα. Η ζωή συνεχίζεται, κανείς όμως δεν μπορεί να μου πει γιατί.
Γιατί το σύμπαν συνεχίζει να υπάρχει; Πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν; Τι συνέβαινε πριν από 15 δισεκατομμύρια χρόνια; Γιατί να είναι άδικη η ζωή και εμείς να την υμνούμε; Γιατί εμφανίστηκαν οι θρησκείες; Γιατί να φέγγει το ουράνιο τόξο; Υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές στα χρώματά του; Θα είχε νόημα η ζωή χωρίς τα πάθη μας; Γιατί είναι τόσο λίγος ο ορθός λόγος; Γιατί η ψυχιατρική αποκαλείται επιστήμη; Γιατί οι άνθρωποι σταύρωσαν τον κανακάρη του Θεού; Γιατί πεθαίνουν τα ζωντανά του πλανήτη; Γιατί εκπλήσσομαι κάθε φορά που βρίσκομαι στα Χανιά;
Τα ερωτήματα ίσως δεν αφορούν τους αναγνώστες. Τα κυματάκια όμως εισβάλλουν στο σώμα μου και πάνε κατευθείαν στη σπονδυλική στήλη –με κρατούν άρα όρθιο. Εισδύουν όμως και στους νεφρούς, στο αίμα· παντού, όπου ακούγεται το μίλημα της ζωής, παντού όπου κατοικεί η νοσταλγία και ο «θυμός», σε όλο μου το σώμα δηλαδή, γιατί μέσα μου κατοικεί πλέον η χαμένη μου κόρη. Συμβαίνουν αυτά όταν επισκέπτεσαι ξανά, εκών άκων, αγαπημένα μέρη, ειδικά όταν δεν βομβαρδίζεσαι από τηλεοπτικές εικόνες και τηλεοπτικό λόγο [υπάρχει, ναι, τέτοιος λόγος]. Τα μάτια γεμίζουν λίμνες και πεταλούδες, ψυχούλες που χάθηκαν αλλά βρίσκονται μέσα σου.
Το μικρό αυτό κομμάτι της πόλης είναι σαν ζωγραφικός πίνακας, μια εσώκρυφη, ανώτερη αισθητική απόλαυση. Οταν όμως πονάει η καρδιά είναι σαν να πονάει και ο πίνακας, αλλά και ο καλλιτέχνης, η κοινωνία και η φύση. Η ομορφιά όμως πάντοτε προκαλεί πόνο –δεν αντέχεται, όταν μάλιστα είναι απλόχερα διαχυμένη στην οπτική σου. Τα μάτια που θα την απολάμβαναν δεν υπάρχουν πια και άρα, για μένα, δεν υπάρχει πλέον η ομορφιά. Θα πει κανείς, τι φταίνε οι αναγνώστες που είναι υπέρμαχοι και θιασώτες της παραμικρής ομορφιάς. Ναι. Τι θα ήταν ένας άνθρωπος ασυγκίνητος;
