ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πέτρος Μανταίος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι τα μέτρα χαλάρωσης της περασμένης Δευτέρας που αποφάσισε η κυβέρνηση –δοκιμαστικά είτε όχι, με τη συναίνεση της επιτροπής λοιμωξιολόγων είτε όχι– που μου έδωσαν την αφορμή για τη σημερινή Τρίτη Ματιά. Ιδίως το μέτρο που επιτρέπει, υπό όρους έστω, τη ζωντανή μουσική στα κέντρα. Σκεφτόμουν τους δείκτες: θάνατοι, διασωληνωμένοι, κρούσματα, που είναι, αλίμονο, πολύ ψηλά και δεν λένε να χαμηλώσουν κι έλεγα: «Τώρα η ζωντανή μουσική μάς μάρανε…». Ξεκίνησα δηλαδή να γράφω με διάθεση κάπως σατιρική: έδώ ψωμί δεν έχουμε, τα ραπανάκια για την όρεξη μας έλειπαν! Εξ ου και ο τίτλος: «Covid μετά μουσικής», παραλλαγή του… παροιμιώδους: Ξύλο μετά μουσικής…

Εκεί, άρχισα να ψάχνω στο Ιντερνετ και στη βιβλιοθήκη μου, θυμήθηκα και κάποια πράγματα στο μεταξύ, που άλλα τα έζησα ο ίδιος και άλλα μου τα διηγήθηκαν συγγενείς και φίλοι που… τα πέρασαν! Τα πέρασαν με την έννοια ότι ταλαιπωρήθηκαν, βασανίστηκαν, ταπεινώθηκαν με μέσο τη μουσική ή με αντιπερισπασμό τη μουσική, ώστε να μην ακούγονται παραέξω οι κραυγές πόνου· να τις επισκιάζει η μουσική. Οπότε, όπως γίνεται αντιληπτό, εξατμίστηκε κάθε σκωπτική διάθεση. Εγιναν εγκλήματα αποτροπιαστικά, με… μουσική υπόκρουση.

Ξεκινάω από τη φράση «ξύλο μετά μουσικής». Κατά μία εκδοχή (Γιολάντας Τσορώνη–Γεωργιάδη, «Γιατί το λέμε έτσι…», Ωρίων) αποτελεί «έμπνευση» του Αλή Πασά που τον μιμήθηκαν, μετέπειτα, Τούρκοι αξιωματούχοι: διέταζε μουσικούς να παίζουν δυνατά, ιδίως κρουστά όργανα, που να σκεπάζουν τα ουρλιαχτά των βασανιζόμενων. Στην παλιά Αθήνα δε, στα τότε «καφωδεία», που τα λέγανε «Καφέ Αμάν» (λαϊκά, σημαίνων θαμώνας ο Παλαμάς) και «Καφέ Σαντάν» (πιο… αριστοκρατικά), όταν ξεσπούσαν καβγάδες, ο καταστηματάρχης ζητούσε από τους μουσικούς να παίζουν δυνατά μουσική για να μη «βγαίνουν» (ακούγονται) οι καβγάδες έξω.

Ο,τι έκαναν δηλαδή οι βασανιστές στη διαβόητη ταράτσα της Γενικής Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας, πίσω από το Πολυτεχνείο, αλλά όχι με μουσικά όργανα, με ένα σαραβαλιασμένο, θορυβώδες μοτέρ, που κάλυπτε τα ουρλιαχτά από τα βασανιστήρια. Καθώς το ουρλιαχτό είναι η μόνη άμυνα που μπορεί να αντιτάξει ο βασανιζόμενος, στην υπέρμετρη βία του φάλαγγα, για παράδειγμα. Αλλιώς, άμα σφίξει τα δόντια και δεν ουρλιάξει, μπορεί και να σκάσει, να μείνει στον τόπο. Κάτι που ασφαλώς γνώριζαν καλύτερα όλων οι… εκπαιδευμένοι βασανιστές.

Μία άλλη βάσανος διά της μουσικής, η πιο «αθώα», συγχρόνως και η πιο ύπουλα εξουθενωτική, είναι η αναγκαστική ακρόαση μουσικής. Παλιός συνάδελφος, αξέχαστος, ο Παναγής Λιμπεράτος, που είχε μετρήσει χρόνια και ζαμάνια σε φυλακές και εξορίες, όταν ψιθυρίζαμε κανένα τραγουδάκι στα ατελείωτα ξενύχτια της διόρθωσης στην «Ελευθεροτυπία», με παρακαλούσε να αποφεύγω τραγούδια της Σοφίας Βέμπο –και δη τα… αισιόδοξα–, διότι του ξυπνούσαν μνήμες φρικιαστικές από τη Μακρόνησο, όπου ακούγονταν νυχθημερόν στη διαπασών από μεγάφωνα, στο πλαίσιο προγραμμάτων «συμμόρφωσης» και «αναμόρφωσης» πολιτών και φαντάρων κρατουμένων.

Παλιός κομμουνιστής, που διήλθε από πλήθος δοκιμασιών και βασανιστηρίων και άντεξε, εκμυστηρεύτηκε σε ερευνήτρια (Αννα Παπαέτη, efsyn.gr) ότι αν του έβαζαν στο κελί της απομόνωσης έναν… κλαρινιτζή, θα τα έλεγε όλα… «Αυτό δεν θα το άντεχα!» είπε. Οπότε… covid μετά μουσικής και δόξα σοι ο θεός να λέμε. Διότι αν μεταφερθούμε στην «επιστήμη» του βασανισμού διά της μουσικής (κλασικής δε) που εφαρμοζόταν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, τότε πάμε και στην επόμενη σελίδα…