Το πρώτο «ταμείο» της ουκρανικής κρίσης έκανε, χθες, η ΕΚΤ και τα συμπεράσματα που εξήγαγε κάθε άλλο παρά αισιοδοξία προκαλούν, πόσο μάλλον όταν όλες σχεδόν οι εξελίξεις υποδεικνύουν ότι η γηραιά ήπειρος αποκτά αργά αλλά σταθερά τη «δική της Συρία».
«Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποτελεί μια κρίσιμη καμπή» για την Ευρώπη, υπογράμμισε στις δηλώσεις της, μετά τη χθεσινή συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας, η πρόεδρός της, Κριστίν Λαγκάρντ, προσθέτοντας ότι ο αντίκτυπος του πολέμου θα είναι σημαντικός τόσο στην οικονομική δραστηριότητα όσο και στον πληθωρισμό της ευρωζώνης, μέσω των υψηλότερων τιμών ενέργειας και βασικών αγαθών, της διαταραχής του διεθνούς εμπορίου και της χαμηλότερης οικονομικής εμπιστοσύνης.
Στο βασικό από τα σενάρια που εξέτασε το Δ.Σ. της ΕΚΤ για τις επιπτώσεις του πολέμου βλέπει την ανάπτυξη της ευρωζώνης να «προσγειώνεται» φέτος στο 3,7%, από 4,2% που ήταν η πρόβλεψη του προηγούμενου Δεκεμβρίου, το 2023 στο 2,8% από 2,9%, ενώ αφήνει την εκτίμηση του 2024 αμετάβλητη στο 1,6%.
Ο πληθωρισμός, που ήδη είναι υψηλός, αναμένεται πλέον στο 5,1% από 3,2%, που ήταν η εκτίμηση της τράπεζας τον περασμένο Δεκέμβριο. Στο δυσμενές σενάριο, η ΕΚΤ ανεβάζει την πρόβλεψή της για τον πληθωρισμό το 2022 στο 5,9%, ενώ χαμηλώνει την ανάπτυξη ΑΕΠ στο 2,5%. Στο πιο ακραίο σενάριο, ο πληθωρισμός εκτινάσσεται στο 7,1% και η ανάπτυξη επιβραδύνει στο 2,3%.
Σε αυτό το περιβάλλον της τεράστιας αβεβαιότητας, το Δ.Σ. της ΕΚΤ διεμήνυσε, πάντως, πως θα κάνει ό,τι χρειάζεται για να εκπληρώσει την εντολή της διασφαλίζοντας τη σταθερότητα των τιμών και διαφυλάττοντας τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Στο πλαίσιο αυτό και δείχνοντας ότι ανησυχεί πλέον πολύ περισσότερο για την εκτόξευση των τιμών, αποφάσισε να επισπεύσει το τέλος του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού ΑΡΡ, μειώνοντας τις καθαρές αγορές σε 40 δισ. ευρώ τον Απρίλιο, 30 δισ. τον Μάιο και 20 δισ. τον Ιούνιο.
Επεσήμανε δε ότι, αν οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό δεν επιδεινωθούν, τότε το βασικό πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα ολοκληρωθεί μέσα στο γ’ τρίμηνο. Παράλληλα, η ΕΚΤ επανέλαβε και την απόφασή της για τον τερματισμό του έκτακτου προγράμματος αγορών PEPP που θεσπίστηκε λόγω της πανδημίας στο τέλος αυτού του μήνα, όπως και την πρόθεσή της να συνεχίζει να στηρίζει την Ελλάδα με αγορές ομολόγων. Σε σχετική αναφορά της υπογράμμισε ότι θα συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα και μετά τη λήξη του προγράμματος ΡΕΡΡ, πέραν των επανεπενδύσεων από τίτλους που ήδη κατέχει, προκειμένου να στηριχθεί η ελληνική οικονομία, καθώς ανακάμπτει από τις επιπτώσεις της πανδημίας.
Η γκρίζα εικόνα της ΕΚΤ για τις οικονομικές προοπτικές της Ευρωζώνης αλλά και η ακόμη πιο γκρίζα από το μέτωπο του πολέμου και της διπλωματίας βύθισαν ξανά, χθες, τις αγορές μετά το προχθεσινό ράλι. Στην Ευρώπη, το Χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης έκλεισε με απώλειες 2,93%, το Παρίσι στο -2,83%, το Μιλάνο στο -4,20% και η Αθήνα στο -2,37%. Η Wall Street, μία περίπου ώρα πριν από το κλείσιμο της χθεσινής συνεδρίασης, υποχωρούσε 1%. Στις αγορές ενέργειας, το μπρεντ έχασε τα αρχικά του κέρδη 5% και αργά το βράδυ υποχωρούσε κάτω από τα 110 δολάρια. Διψήφια πτώση κατέγραψε για ακόμη μία ημέρα και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο TTF, η τιμή του οποίου υποχώρησε κατά 22,88 ευρώ ή 14,68%, στα 133 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
