Υπάρχει απ’ ότι φαίνεται μια -μη επιδεχόμενη νοσηλείας- αλλεργία εκ μέρους της εκάστοτε ρωσικής ή σοβιετικής παλαιότερα ηγεσίας στο άκουσμα της λέξης «ουδετερότητα».
Δεν είναι κάτι καινούργιο, αυτό που συμβαίνει στις μέρες μας στην Ουκρανία. Το έχουμε ξαναδεί το έργο πριν εβδομήντα στην Ουγγαρία, με άλλες γεωπολιτικές συνθήκες, αλλά με ίδια πάνω κάτω τη δομή και το υπόβαθρο της ρωσικής σκέψης : η «ουδετερότητα» του γειτονικού υποζυγίου, όπως την εννοεί το υποζύγιο, δεν είναι ανεκτή.
Ήταν 1η Νοεμβρίου του 1956, όταν εν μέσω της ουγγρικής εξέγερσης (23/10 – 10/11) ο πρωθυπουργός Ίμρε Νάγκυ, σε ραδιοφωνική ομιλία προς τον ουγγρικό λαό, ανακοίνωνε επίσημα την αποχώρηση της Ουγγαρίας από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και την ουδετερότητα της Ουγγαρίας. Είχε προηγηθεί συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, όπου με τη σύμφωνη γνώμη του Γιάνος Κάνταρ Γενικού Γραμματέα του Κομουνιστικού κόμματος που μόλις είχε επανέλθει στην θέση αυτή, κηρύχθηκε η ουδετερότητα της Ουγγαρίας και αποφασίστηκε η αποχώρηση από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.
Η δήλωση ουδετερότητας κατατέθηκε στην Γραμματεία του ΟΗΕ και ζητήθηκε βοήθεια από το διπλωματικό σώμα στη Βουδαπέστη και τον Νταγκ Χάμαρσκελντ, Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, για την υπεράσπιση της ουδετερότητας της Ουγγαρίας.
Ο Νάγκυ κάλεσε τον Σοβιετικό πρέσβη Γιούρι Αντρόπωφ στην Βουδαπέστη και τον ενημέρωσε για τις εξελίξεις περί αποχώρησης από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και ανακήρυξης της ουγγρικής ουδετερότητας, ζητώντας του να διαβιβάσει στην Μόσχα το αίτημα της ουγγρικής κυβέρνησης για την έναρξη συζητήσεων για την άμεση αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων που στάθμευαν στην Ουγγαρία από το 1947 παρά το γεγονός ότι η συνθήκη προέβλεπε πως τα ρωσικά στρατεύματα θα έπρεπε να εκκενώσουν εντός δύο μηνών.
Η σοβιετική κυβέρνηση είχε δικαιολογήσει την παραμονή τους με το πρόσχημα ότι ήταν αναγκαία για να εξασφαλισθεί μια γραμμή επικοινωνίας με τις δυνάμεις κατοχής στην Αυστρία. Αλλά η κατοχή της Αυστρίας είχε προ πολλού τερματισθεί και τα στρατεύματα εξακολουθούσαν να παραμένουν.
Ο Αντρόπωφ στο άκουσμα της κήρυξης της ουγγρικής ουδετερότητας αντέδρασε λέγοντας πώς πρόκειται για μια απόφαση σοβαρή και απερίσκεπτη, πως θα ενημέρωνε την κυβέρνησή του και έδωσε διαβεβαιώσεις πως η Σοβιετική Ένωση δεν θα εισβάλει Ουγγαρία.
Ο Γιάννος Κάνταρ που παρευρισκόταν στην συνάντηση Νάγκυ – Αντρόπωφ, πήρε ξαφνικά τον λόγο με ένα ασυνήθιστο πάθος : «Σαν Ούγγρος είμαι έτοιμος. Αν τα άρματά σας ξαναμπούν στην Βουδαπέστη, θα κατεβώ στους δρόμους και θα τα πολεμήσω με γυμνά χέρια».
Στο άκουσμα της δήλωσης της ουγγρικής ουδετερότητας, η σοβιετική κυβέρνηση ειδοποίησε την ουγγρική ότι επιθυμεί ν’ αρχίσουν χωρίς καμμιά αναβολή οι συνεννοήσεις για την αποχώρηση των στρατευμάτων.
Ο στρατηγός Μαλίνιν έλαβε διαταγή να έρθει σε σχετική επαφή με τους εκπροσώπους της ουγγρικής κυβέρνησης. Η επαφή πραγματοποιείται και ο Μαλίνιν γίνεται επίσημα δεκτός στο Κοινοβούλιο. Ο Νάγκυ διόρισε ως κύριο συνομιλητή τον συνταγματάρχη Παλ Μάλετερ που προάγεται σε στρατηγό και ονομάζεται υπουργός των Στρατιωτικών. Η πρώτη συνομιλία ήταν από τις πιο ικανοποιητικές. Οι Ρώσοι αξιωματικοί υπογράμμισαν απλώς ότι η εκκένωση είναι μια περίπλοκη υπόθεση από τεχνική άποψη και ζήτησαν προθεσμία ως την 31η Ιανουαρίου για να την ολοκληρώσουν. Η συζήτηση των λεπτομερειών συνεχίσθηκε στο Σοβιετικό Γενικό Επιτελείο στο Τόκολ, στη νησίδα Τσέπελ. Ο Μάλετερ ανέφερε στον πρωθυπουργό του ότι έγινε δεκτός με τις δέουσες στρατιωτικές τιμές και ότι η ατμόσφαιρα υπήρξε φιλική. Για την νύχτα, είχε δεχθεί να τον φιλοξενήσουν οι Ρώσοι.
Η εξαφάνιση του Γιάννος Κάνταρ είναι ένα μικρό αίνιγμα. Έφυγε κρυφά το βράδυ της 1ης Νοεμβρίου, μέσα στο πηκτό σκοτάδι μετά τη ραδιοφωνική του ομιλία για την ηρωική εξέγερση του ουγγρικού λαού και μετά την υπόσχεσή του να πολεμήσει τα ρωσικά τανκς με γυμνά χέρια. Ο Νάγκυ δεν ανησυχεί και πολύ. Σκέπτεται ότι ο πρώτος γραμματέας θα θέλησε λίγη ξεκούραση.
Ήταν 3 Νοεμβρίου μεσάνυχτα στο Τόκολ και μόλις ξανάρχιζε η συζήτηση για την αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων. Λίγο πριν ο Μάλετερ είχε τηλεφωνήσει στον Νάγκυ ότι πλησίαζαν σε κάποια συμφωνία και ότι θα του ξανατηλεφωνούσε μόλις θα γινόταν νέα διακοπή της συνεδρίασης.
Ένας άνδρας με χιτώνιο απλού στρατιώτη, χωρίς διακριτικά βαθμού, μπαίνει στην αίθουσα. Οι Ρώσοι σηκώνονται όρθιοι. Ο άνδρας κοιτάζει τους Ούγγρους με υπεροψία και περιφρόνηση :
«Σας συλλαμβάνω».
Τώρα σηκώνεται και ο Μάλετερ :
«Ά!», λέει απλά. «’Ώστε αυτό ήταν λοιπόν !»
Οι αξιωματικοί της σοβιετικής αντιπροσωπείας φαίνονται κατάπληκτοι. Ο στρατηγός Μαλίνιν πήγε κάτι να πει. Ο ξένος – ήταν ο στρατηγός Σερώφ, αρχηγός της πολιτικής αστυνομίας – τον τράβηξε ιδιαιτέρως και του μίλησε χαμηλόφωνα. Ο Μαλίνιν σήκωσε τους ώμους, έκανε νόημα στους αξιωματικούς του να τον ακολουθήσουν και βγήκε χωρίς να πει λέξη.
Καθώς τους κατέβαζαν στα κελιά του υπογείου, ο Μάλετερ και οι υφιστάμενοί του άκουσαν ομοβροντίες : τουφέκιζαν τους οδηγούς των αυτοκινήτων τους.
Ο Νάγκυ ξαγρυπνούσε στην Βουλή. Το τηλεφώνημα του Μάλετερ αργούσε. Κάλεσε ο ίδιος το Τόκολ, αλλά το Τόκολ δεν απαντούσε.
Ο Νάγκυ στέλνει έναν αξιωματικό με ασυρματοφόρο αυτοκίνητο. Ο αξιωματικός αναφέρει σε λίγο ότι πλησιάζει, ότι βλέπει τα φώτα του Τόκολ, ότι παρουσιάζεται στην είσοδο των ρωσικών εγκαταστάσεων. Από κει κι ύστερα η φωνή έπαψε να ακούγεται.
Η Βουδαπέστη κοιμόταν με την αυταπάτη της ελευθερίας. Ξύπνησε από τον θόρυβο των ερπυστριών.
Στις 05.20 τα ξημερώματα ακούστηκε το ραδιόφωνο :
«Εδώ Ίμρε Νάγκυ, πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου. Σήμερα, τις πρώτες πρωινές ώρες, τα ρωσικά στρατεύματα εξαπέλυσαν επίθεση κατά της πρωτεύουσας με την προφανή πρόθεση να ανατρέψουν την νόμιμη και δημοκρατική κυβέρνηση της Ουγγαρίας. Τα στρατεύματά μας μάχονται. Η κυβέρνηση εκτελεί το καθήκον της. Απευθύνω αυτή την ανακοίνωση στον ουγγρικό λαό και σ’ ολόκληρο τον κόσμο».
Αιφνιδιασμένοι οι Ούγγροι πολεμούν άγρια. Όμως σε αντίθεση με την επέμβαση της 23ης Νοεμβρίου που κατέληξε στην απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων, αυτή τη φορά οι Ρώσοι και οι μηχανές τους έχουν αλλάξει. Τα τανκς είναι τελευταίου τύπου Τ 34, είναι πολύ δύσκολο να τα καταστρέψεις. Οι άνδρες είναι Ασιάτες, Κυργίσιοι ή Ουζμπέκοι, που δεν έχουν υποστεί την εξημερωτική επίδραση της κατοχής. Πυκνές ομάδες πεζών συνοδεύουν τα τεθωρακισμένα, σαρώνουν τους δρόμους με ένα ανελέητο πυρ. Τους είχαν πει ότι ήλθαν να συντρίψουν μια φασιστική εξέγερση. Πολλοί από τους στρατιώτες παίρνουν τον Δούναβη για τη διώρυγα του Σουέζ ( που μαζί με τα γεγονότα της Ουγγαρίας, κυριαρχούσε στη διεθνή σκηνή εκείνης της εποχής ).
Στις 6 το απόγευμα, ξανακούγεται η φωνή του Γιάνος Κάνταρ σ’ ένα ασυνήθιστο μήκος κύματος. Πριν από λίγο, λέει, σχημάτισε κυβέρνηση εργατών και αγροτών. Αναγκάστηκε να το κάνει «λόγω της αδυναμίας της κυβέρνησης Νάγκυ και της αύξουσας επιρροής αντεπαναστατικών στοιχείων τα οποία εισχώρησαν στο μαζικό κίνημα που ξέσπασε στις 23 Οκτωβρίου». Αναγκάστηκε επίσης, «για το συμφέρον του λαού μας, της εργατικής τάξης, της χώρας ολόκληρης», να ζητήσει από τη σοβιετική διοίκηση « να βοηθήσει το έθνος μας να συντρίψει τις απαίσιες δυνάμεις της αντίδρασης και ν’ αποκαταστήσει την τάξη και την ηρεμία».
Όταν, την 1η Νοεμβρίου, ο Γιάνος Κάνταρ χάθηκε μέσα στη νύχτα, η ραδιοφωνική ομιλία του, που απέκρουε κάθε καταπάτηση της εθνικής ανεξαρτησίας, αντηχούσε ακόμη στην ατμόσφαιρα, όπως και στα αυτιά του πρεσβευτή Αντρόπωφ, η επική του δήλωση : «Αν χρειασθεί θα πολεμήσω τα άρματά σας με γυμνά χέρια…». Κανείς δεν τον είδε όταν έμπαινε στη σοβιετική πρεσβεία, από όπου τον πήγαν σ’ ένα αεροδρόμιο που κατείχαν οι Ρώσοι για να τον μεταφέρουν στο Ούζγκοροντ της Ουκρανίας που ειρήσθω εν παρόδω – τραγική ειρωνεία της Ιστορίας – τούτες τις ημέρες πολιορκείται από τους Ρώσους. Η νέα κυβέρνηση είχε συγκροτηθεί από μια χούφτα φιλοσοβιετικούς Ούγγρους φυγάδες. Ο Κάνταρ είχε μεταφερθεί σε ουγγρικό έδαφος από τα ίδια εκείνα σοβιετικά άρματα μάχης «που απειλούσε με τα γυμνά του χέρια !».
Ο Νάγκυ και μια σειρά συνεργατών του βρίσκουν προσωρινό καταφύγιο στην Γιουγκοσλαβική πρεσβεία καθώς τους παρέχεται άσυλο. Οι μέρες όμως κυλούν και η γιουγκοσλαβική φιλοξενία φτάνει στο τέλος της καθώς οι διαπραγματεύσεις για την τύχη του Νάγκυ και των 48 συνεργατών καταλήγουν σε ένα αποτέλεσμα : Ο Γιάνος Κάνταρ δίνει γραπτή εγγύηση ότι δεν πρόκειται να γίνει κανενός είδους δίωξη κατά του τέως πρωθυπουργού και ότι μπορούσε να επιστρέψει στο σπίτι του με πλήρη ασφάλεια. Στις 22 Νοεμβρίου, το σούρουπο, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στην πρεσβεία. Ο Νάγκυ επιβιβάσθηκε και οδηγήθηκε κατευθείαν στο σοβιετικό Γενικό Αρχηγείο. Μάρτυρες τον είδαν να ξαναφεύγει, λίγο αργότερα με χαμηλωμένες κουρτίνες. Ο Κάνταρ δημοσίευσε την επομένη ένα ανακοινωθέν λέγοντας ότι ο σύντροφος Νάγκυ εξέφρασε την επιθυμία «να ζήσει σε μια σοσιαλιστική χώρα εκτός Ουγγαρίας» και ότι εκείνος έδειξε προθυμία να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Από τότε, αυτόν που εξέφρασε την ελπίδα ενός έθνους τον σκέπασε η σιωπή.
Ώσπου, στις 16 Ιουνίου του 1958 , δυο σχεδόν χρόνια μετά την καταστολή της εξέγερσης, ο Ίμρε Νάγκυ, ο Πάλ Μάλετερ και οι δημοσιογράφοι Γιόζεφ Σιλάγκι και Μίκλος Γκίμες – κρατούμενοι σε μυστική φυλακή – εκτελέσθηκαν. Η δίκη – αν υπήρξε δίκη – έγινε κεκλεισμένων των θυρών. Το κατηγορητήριο είναι αντάξιο των πιο σκοτεινών περιόδων του σταλινισμού. Ο Νάγκυ και ο Μάλετερ, αρνήθηκαν την κατηγορία, και αυτό θεωρήθηκε σαν μια ακόμη απόδειξη της ενοχής τους. Η καταδικαστική απόφαση, τελεσίδικη , εκτελέσθηκε αμέσως. Ο κόσμος ταλαντεύτηκε ανάμεσα στην αγανάκτηση και την έκπληξη….
Μοιάζει η εισβολή στην Ουκρανία το 2022 με την εισβολή στην Ουγγαρία το 1956 ;
Η ουδετερότητα και το δικαίωμα σ αυτήν είναι ο κοινός τόπος.
Από κει και πέρα, υπάρχουν αρκετά από τα τωρινά τεκταινόμενα που παραπέμπουν άμεσα ή έμμεσα στο τότε, ως προς το σκηνικό που αρέσκεται να στήνει η ρωσική πλευρά και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται.
Για παράδειγμα η αποφυγή εκ μέρους των Ουκρανών για διαπραγματεύσεις μετά διανυκτέρευσης στην Λευκορωσική επικράτεια, μαρτυρά την διατήρηση της ιστορικής μνήμης για το πόσο επίφοβες είναι οι επί ρωσικού ή φιλορωσικού εδάφους διανυκτερεύσεις διαπραγματευτών…
Η αποστολή Τσετσένων και άλλων ασιατικής καταγωγής στρατιωτών επίσης θυμίζει καταστάσεις του παρελθόντος.
Οι ανταποκρίσεις για το μέτριο ηθικό των Ρώσων στρατιωτών που πολλοί από αυτούς νόμιζαν πως πάνε για ασκήσεις ή σοκαρίστηκαν καθ’ οδόν για την αδελφοκτόνο αποστολή τους ή δεν γνώριζαν ποια γη πατούν, ανασύρει αφηγήσεις και μνήμες από το παρελθόν.
Η αποστολή ειδικής ομάδας κομάντος με αποκλειστικό στόχο την φυσική εξολόθρευση του Ζελένσκι και ορισμένων κυβερνητικών στελεχών ή στην χειρότερη – για τους Ρώσους -περίπτωση την σύλληψή τους. Έχουν αναφερθεί τουλάχιστον τρείς αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας με αποκλειστικό στόχο τον Ζελένσκι.
Άλλωστε έχει στοχοποιηθεί όσο δεν γίνεται : «Δεν περιμένω συνεννόηση με μία δράκα ναρκομανών και νεοναζί» δήλωσε περιφρονητικά, πρόσφατα ο Πούτιν, ενώ το εβραϊκό θρήσκευμα του Ουκρανού προέδρου υπενθυμίζεται κάθε τόσο δοθείσης ευκαιρίας, ως επιπλέον ενοχοποιητικό στοιχείο.
Η πρόσφατη δολοφονία του Ουκρανού διαπραγματευτή Ντένις Κιρέεφ που φαίνεται να έπαιζε διπλό παιχνίδι, επίσης θυμίζει επίδοξους νέους Κάνταρ.
Προφανώς, οι γεωπολιτικές συνθήκες είναι διαφορετικές, αλλά όπως φαίνεται από την ροή των στρατιωτικών επιχειρήσεων – καθώς η νατοϊκή αντίδραση στο πεδίο των μαχών περιορίζεται ως επί το πλείστον σε εξ’ αποστάσεως λεκτικές διατυπώσεις και παρατηρήσεις, κάτι άλλωστε που συνέβη και τότε – η περικύκλωση και κατάληψη των κυβερνητικών τετραγώνων του Κιέβου όσο αιματηρή κι αν αποδειχθεί για τους Ρώσους, αργά ή γρήγορα μάλλον θα επιτευχθεί με όποιο τίμημα τους επιφυλάσσουν οι Ουκρανοί.
Σε μια τέτοια περίπτωση θα πλανάται το ερώτημα : Ζελένσκι όπως Νάγκυ ;
Φοβάμαι πως η ρωσική συμπεριφορά δεν θα αποκλίνει από την σοβιετική. Αν είναι έτσι τα πράγματα, θα γίνουμε πιθανότατα μάρτυρες της ανάδειξης ενός θλιβερού νέου Κάνταρ, ενός ρωσικού ανδρείκελου…
Θα είναι μια τραγική επανάληψη της Ιστορίας. Στην χειρότερη δυνατή εκδοχή της. Ένα παροιμιώδες αίσχος, μας θυμίζει ο Κικέρων : «Το να σκοντάψει κανείς δυο φορές στην ίδια πέτρα είναι παροιμιώδες αίσχος».
Και αυτό που γίνεται εκεί πέρα είναι πραγματικά το απόλυτο αίσχος :
Ήδη οι 1.700.000 ξεσπιτωμένοι είναι οι περισσότεροι που έχουν υπάρξει ποτέ από την λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου κι ένας Θεός ξέρει πόσα εκατομμύρια ψυχές θα έχουν καταμετρηθεί όταν θα έρθει η ώρα του απολογισμού.
*Καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, Τμήμα Διοίκησης Τουρισμού.

