Οταν ανοίγοντας ένα βιβλίο στην αρχή του βρίσκεις μια φράση όπως: «Ας αρχίσουμε ανορθόδοξα: από το τέλος», οφείλεις να είσαι προϊδεασμένος ότι θα συναντήσεις ένα ασυνήθιστα οργανωμένο περιεχόμενο, ακόμα και αν το θέμα του είναι οι (φαινομενικά) αθώες «αναμνήσεις» ενός γνώριμου, ίσως του πιο αναγνωρίσιμου αρχιτέκτονα όλων των εποχών, που έτυχε να ζήσει σε αυτό τον τόπο γεφυρώνοντας τον 19ο με τον 20ό αιώνα, για 62 ολόκληρα χρόνια.
Ο Τσίλλερ δεν γεννήθηκε Ελληνας: έγινε Ελληνας, και μάλιστα πιο Ελληνας από πολλούς σύγχρονούς του. Μετείχε στην ελληνική ιστορία άμεσα: συνδέθηκε με τους εθνικούς θριάμβους και τις εθνικές ταπεινώσεις. Η κοινωνική του ανέλιξη βασίστηκε στη φήμη του ως του πιο ταλαντούχου δημιουργού στη χώρα: έγινε συνομιλητής του Θρόνου, απόκτησε πελατεία μέσα από την οικονομική αφρόκρεμα της ελληνικής κοινωνίας. Και μετά από τόσες μοναδικές επιτυχίες, μετά τα σχεδόν 500 έργα του σπαρμένα παντού μέσα στη χώρα, τον βρίσκουμε το 1923, στα 86 του, να πεθαίνει στην ψάθα. Να μια ωραία ιστορία κατάλληλη να γυριστεί ταινία.
Μια τέτοια «ταινία» παρελαύνει μπροστά στα μάτια μας καθώς διαβάζουμε τις «Αναμνήσεις» του Τσίλλερ, παρακολουθώντας τις δολιχοδρομίες της δομής που έχει επιβάλει η ιστορικός τέχνης Μ. Ζ. Κασιμάτη, και άλλοτε (από το 1984) επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης, στο υλικό και τον σχολιασμό του αυτή η ex officio πανόπτης ειδικός στον Τσίλλερ, με τον οποίο συναλλάσσεται για πολλά χρόνια. Πάντως νωρίτερα από το 2010, χρονιά-ορόσημο, όταν στήθηκε η λαμπρή έκθεση για το έργο του στην Εθνική Πινακοθήκη με τη συνοδεία μνημειακού καταλόγου – σπουδαίο δικό της κατόρθωμα.
Και μετά είναι εκείνο το θρίλερ: η ανέλπιστη εύρεση του «χαμένου» αυθεντικού χειρόγραφου των «Αναμνήσεων», όχι στα ΓΑΚ (Γενικά Αρχεία του Κράτους) όπου όφειλαν να υπάρχουν και τα έψαχναν μάταια άλλοι ερευνητές (πόσο μοιάζει να το διασκεδάζει η ΜΖΚ) από το 1982, αλλά στο αρχείο καλλιτεχνών στη βιβλιοθήκη της Πινακοθήκης, σε δύο τετράδια με φωτοτυπίες. Βρισκόταν εκεί από το 1973 χάρη στην πρωτοβουλία («σοφή ενέργεια!» σχολιάζει η ΜΖΚ) του τότε διευθυντή της Πινακοθήκης, Δ. Παπαστάμου. Ηταν η δεύτερη φορά που έβγαιναν στο φως τα πολύτιμα αυτά έγγραφα: η πρώτη ήταν το 1939 με την ευκαιρία της τότε έκθεσης έργων του Τσίλλερ στην αίθουσα Στρατηγοπούλου, μια άλλη πονεμένη ιστορία που απέτυχε να ανακουφίσει οικονομικά την οικογένεια του Τσίλλερ.
Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Η ανεύρεση των αυθεντικών «Αναμνήσεων» του Τσίλλερ φανέρωσε πολλές λεπτομέρειες από τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες έζησε η οικογένειά του μετά τον θάνατό του το 1923. Εβγαλε επίσης στο φως τις δυσχέρειες ανάγνωσης, όχι μόνο του αρχικού χειρόγραφου (που χρονολογείται κατ’ εκτίμηση το 1911-14), αλλά την περίπλοκη σχέση του με μεταγενέστερες επεμβάσεις επάνω του, ώστε να το καταστήσουν πιο ελκυστικό σε αγοραστές, και από συναφείς αναφορές σε άλλες σύγχρονες εκδόσεις από την κόρη του Δήμα-Τσίλλερ. Μάρτυρας αυτών των σημαντικών από ιστορική άποψη επεμβάσεων και συμπληρώσεων είναι ο τρόπος παράλληλης παρουσίασης των δεδομένων από τη ΜΖΚ με χωριστές για κάθε περίσταση επεξηγηματικές σημειώσεις στην τωρινή έκδοση. Για να επιτευχθεί αυτή η πολύπλευρη αναλυτική παρουσίαση των «Αναμνήσεων», χρειάστηκε να στρατολογήσει η ΜΖΚ μεγάλες ερευνητικές ικανότητες, τις οποίες άλλωστε είχε δείξει με την ευκαιρία της έκθεσης Τσίλλερ το 2010.
Και τι ήταν τελικά αυτές οι «Αναμνήσεις» για τις οποίες καταβλήθηκε τόσος κόπος; Η Κασιμάτη στέκεται κριτικά απέναντι στο πολυπόθητο αντικείμενο. Συζητάει για τη «διαδικασία της γραφής ως εναλλαγή αποκάλυψης και απόκρυψης», προχωράει πιο συγκεκριμένα στο περιεχόμενο του χειρόγραφου και διαπιστώνει ότι ο Τσίλλερ αφήνει απέξω τις λεπτομέρειες του βίου του, καθώς «η πραγματική ζωή του σχετίζεται με την αρχιτεκτονική και για την αρχιτεκτονική θέλει να μιλήσει». Αυτή η «φτώχεια» του χειρόγραφου την έχει άλλωστε αναγκάσει να μελετήσει σε τέτοιο βάθος την εποχή του Τσίλλερ, συνδέοντας γεγονότα και καταστάσεις, όσα εκείνος παραλείπει ως επουσιώδη. Στόχος της είναι με αυτή την έκδοση «να ανανεώσει το ενδιαφέρον για έναν ταλαντούχο αυτοβιογραφούμενο λόγιο αρχιτέκτονα» και γι’ αυτό άλλωστε παραθέτει και πλούσιο εικονογραφικό υλικό από τα έργα του. Προς αυτή άλλωστε τη γενική κατεύθυνση αποκάλυψης κινείται το εμβριθέστατο «Επίμετρο» της ιστορικού αρχιτεκτονικής Ε. Φεσσά-Εμμανουήλ με στόχο τη διευκόλυνση απάντησης «των ερωτημάτων για την αξία του τσιλλερικού έργου».
Οσο για τον ίδιο τον Τσίλλερ, εξακολουθεί να κρύβεται πίσω από την περιγραφή του σε ταξιδιωτικό έγγραφο του 1907: «Ηλικία: 70 ετών, Χρώμα μαλλιών: Ψαρά, Μάτια: Γκριζογάλανα, […], Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: Ουδέν».
