Ενα από τα πολλά θετικά της πανδημίας και των διαδοχικών λοκντάουν, σε προσωπικό επίπεδο, ήταν πως μου έδωσε τον χρόνο και την ευκαιρία να ανακαλύψω τον Μιχαήλ Αφανάσοβιτς Μπουλγκάκοφ -έναν σπουδαίο Ρώσο (ή μήπως Ουκρανό;) θεατρικό συγγραφέα και μυθιστοριογράφο, που κυνηγήθηκε τόσο εν ζωή όσο και μετά θάνατον από τους Σοβιετικούς λογοκριτές, και σίγουρα αξίζει μια δεύτερη ματιά από τη νεότερη γενιά αναγνωστών. Λοιπόν, αν και το πιο γνωστό του έργο είναι το σουρεαλιστικό σατιρικό αριστούργημα «Ο Μετρ και η Μαργαρίτα» και παρά το ότι γέλασα πολύ με το αντι-αποικιοκρατικό, αναρχικό σχεδόν θεατρικό του «Η Ερυθρά Νήσος», το βιβλίο του που πραγματικά με συγκλόνισε και μ’ έκανε σήμερα να γράψω αυτό το κείμενο είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, η σχεδόν αυτοβιογραφική «Λευκή Φρουρά», που εκτυλίσσεται στο υπό γερμανική κατοχή Κίεβο, το 1918, στους τελευταίους μήνες του Πρώτου Παγκοσμίου Πόλεμου.
Μέσα σε ένα απίστευτο γαϊτανάκι βίας και χάους, ανυπόστατων φημών για… νεκρανάσταση του τσαρισμού και κίβδηλων υποσχέσεων για συνέχιση της γερμανικής «προστασίας», με την ξαφνικά «ανεξάρτητη» Ουκρανία σε μόνιμο εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους Λευκοφρουρούς, τους μοναρχικούς αντιμπολσεβίκους που συνεργάζονται με τους Γερμανούς, (όπως είναι και η φανταστική, μεγαλοαστική οικογένεια των Τουρμπίν, γύρω από την οποία περιστρέφεται η δράση) από τη μια μεριά, τους επερχόμενους φανατικούς Ουκρανούς εθνικιστές – πρωτοφασίστες του Σιμόν Πετλιούρα, που σταδιακά περικυκλώνουν και εν τέλει καταλαμβάνουν σχεδόν αναίμακτα την πάλαι ποτέ αυτοκρατορική μεγαλούπολη, και, φυσικά, τη μακρινή, αόρατη σχεδόν τρίτη δύναμη, τους τελικούς νικητές, που δεν είναι άλλοι από τους ελλοχεύοντες επαναστάτες μπολσεβίκους από το Βορρά, που περιμένουν υπομονετικά να φύγουν οι Γερμανοί (στους οποίους έχουν παραδώσει αμαχητί την Ουκρανία με τη συνθήκη Μπρεστ-Λιτόφσκ), για να κάνουν την κίνησή τους, ο Μπουλγκάκοφ στήνει με διεισδυτική ματιά αλλά και βαθιά ειρωνική διάθεση ένα ολοκληρωμένο πολιτικοστρατιωτικό, αλλά ταυτόχρονα και υπαρξιακό – ψυχολογικό πορτρέτο μιας παρακμασμένης ελίτ, αλλά και μιας ολόκληρης κοινωνίας σε πλήρη αποδρομή.
Το Κίεβο είναι ένα καζάνι που βράζει, στο οποίο έχουν βρει καταφύγιο κάθε λογής πρόσφυγες από τη Μόσχα και την Πετρούπολη: αξιωματικοί, έμποροι, μεγαλοαστοί, ξεπεσμένοι ευγενείς και γαιοκτήμονες, γιατροί και συγγραφείς, αλλά και πόρνες πολυτελείας, κατάσκοποι, κακοποιοί και απατεώνες, που όλοι μισούν εξίσου τους κομμουνιστές αλλά και τους Ουκρανούς μουζίκους που συνθέτουν τον άτακτο στρατό του Πετλιούρα και ζουν τις τελευταίες μέρες σε πλήρη ασυδοσία, περιφερόμενοι από πάρτι σε πάρτι. Ενα σάπιο σκηνικό ηδονισμού και αυτοκρατορικής νοσταλγίας, που τελικά καταρρέει με την πρώτη τουφεκιά, αφού οι Γερμανοί κατακτητές και οι εγκάθετοι σμπίροι τους εγκαταλείπουν αρον άρον την πόλη, αφήνοντας τη «Λευκή Φρουρά» του τίτλου στα κρύα του λουτρού…
Οπως συνοψίζει και το οπισθόφυλλο, «το όργιο ασυδοσίας των οπαδών του Πετλιούρα, η αλλαγή καθεστώτος και η επιστράτευση του ίδιου του Μπουλγκάκωφ αποτυπώνονται στο μυθιστόρημα. (…) Παγιδευμένη στον κατακλυσμό της ιστορικής στιγμής, η οικογένεια Τουρμπίν, επιτομή μιας αξιότιμης οικογένειας με ρίζες στα βιβλία και τον πολιτισμό, αρχίζει να ξεχωρίζει αυτό που πρόκειται να έρθει», δηλαδή την επέλαση των μπολσεβίκων. Και το ίδιο το βιβλίο, άλλωστε, δεινοπάθησε, όπως και ο συγγραφέας του: αν και γράφτηκε το 1922-23 και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες σε ένα βραχύβιο περιοδικό το 1925, πρωτοκυκλοφόρησε σε βιβλίο μόνο μετά τον πρόωρο θάνατο του συγγραφέα, το 1940, ενώ η θεατρική εκδοχή του απαγορεύτηκε το 1926, με τον Στάλιν να την επικρίνει δημόσια, για να ξανανέβει το 1932.
Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Διότι πιστεύω ότι βιβλία σαν τη «Λευκή Φρουρά», γειωμένα στην προσωπική εμπειρία και την ιστορική πραγματικότητα, αποτελούν «κλειδιά» για να διαβάσει κανείς τα σημερινά δραματικά γεγονότα στην Ουκρανία. Και γιατί δεν αντέχω άλλο να διαβάζω αναλύσεις επί αναλύσεων για την επικείμενη… εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, από Ελληνες αλλά και δυτικούς «ειδικούς», που δεν έχουν ιδέα για την ιστορία και τις ιδιαιτερότητες του τόπου που δήθεν περιγράφουν, και το ενδιαφέρον των οποίων εξαντλείται στη δαιμονοποίηση του ενός ή του άλλου στρατοπέδου, χωρίς να δίνουν φράγκο ή μάλλον… ρούβλι για τις επιπτώσεις των γεγονότων στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων που τις υφίστανται. Και, αν ψάξετε λίγο τα δημοσιεύματα, θα δείτε πως πρόκειται για τους ίδιους «ειδικούς» που εξυμνούσαν τους Ουκρανούς νεοναζί το 2014 ή το διεφθαρμένο δίδυμο Βίκτορ Γιούστσενκο – Γιούλια Τιμοσένκο, που έφερε σε πέρας την αυθεντική «Πορτοκαλί Επανάσταση» το 2004-2005, όταν άρχισε ουσιαστικά το δράμα του κατακερματισμού της άμοιρης Ουκρανίας και του πάμφτωχου, βασανισμένου λαού της, που, αφού επέζησε από δύο Παγκόσμιους και δύο Ολοκαυτώματα, ένα του Στάλιν (τον διαβόητο μεγάλο λιμό «Γολοντομόρ») και ένα του Χίτλερ, κόπηκε σήμερα στα τρία, ανάμεσα στις λαίμαργες υπερδυνάμεις. Και που τώρα έχουν στήσει ξανά ένα σκηνικό Τρίτου Παγκόσμιου και περιμένουν τον… Κοντό, τον Πούτιν, να εξαπολύσει -και καλά- τις μεραρχίες του στις στέπες, λες και ζούμε ακόμη στη δεκαετία του 1940!
