ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Graeca sunt, non leguntur έλεγαν οι Ρωμαίοι όταν ήθελαν να αποφύγουν ρήσεις αρχαίων ημών φιλοσόφων που δεν τους βόλευαν. Είναι ελληνικά, δεν διαβάζονται, πά’ να πει, και κάπως έτσι νόμιζαν ότι υπεκφεύγουν αβρόχοις ποσί. Το ακριβώς ανάποδο στρουθοκαμηλίζουν στις μέρες μας ορισμένοι ετερόφωτοι φωστήρες της αριστερής, αλλά και της δεξιάς ορθοδοξίας, όποτε θέλουν να πλήξουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους με λέξεις τις οποίες η περί του πολιτικώς ορθού θεώρηση απαγορεύει διά ροπάλου να διατυπώνονται σε σοβαρά έντυπα. Μετέρχονται πασίγνωστα αρκτικόλεξα με λατινικούς χαρακτήρες, παραβλέποντας ότι ο ξενοπρεπής καθαρευουσιανισμός ενοχοποιεί στο έπακρο συνήθεις αιτιάσεις της καθομιλουμένης. Αντί να πουν το κοινότατο και ελληνικότατο «γαμιέσαι» γράφουν το σοφιστικέ συνώνυμο GFY, δηλαδή go fuck yourself, παριστάνοντας πως αγνοούν την πάνδημη διάδοση της αγγλικής στον τόπο μας. Η ως άνω επίκληση, ιδιαίτερα δημοφιλής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αφορά φυσικά τον Κυριάκο, του οποίου το επώνυμο αντιπαρέρχομαι διά μίαν εισέτι φοράν, καθότι τυγχάνω αμετανόητα προληπτικός.

Fama volat (η φήμη τρέχει), αρέσκονταν επίσης να επαναλαμβάνουν οι κάτοικοι του ευκλεούς Λατίου. Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν επιδέξιους κώλους, λέω ’γώ. Εν προκειμένω απαιτείται άρρητος όσο και αρμονικός συνδυασμός των δύο ρητών. Ιδού γιατί: Η ανωνυμία του διαδικτύου το κάνει να προσομοιάζει στην κερκίδα των γηπέδων. Προ καραντίνας οι εξέδρες γέμιζαν ασφυκτικά με πάσης φύσεως μαχητικούς οπαδούς που έκριναν σκόπιμο να υποστηρίζουν την ομάδα τους χρησιμοποιώντας απαγορευμένες, υποτιμητικές φράσεις βγαλμένες από τα διαβόητα λαϊκά γαμοτράγουδα. Μανάδες, αδελφές, σύζυγοι, ερωμένες και σύσσωμο το σόι των αντίπαλων παικτών πρωταγωνιστούσαν χωρίς να ερωτηθούν σε ευφάνταστα χαρντ κορ σενάρια, συμμετέχοντας εν αγνοία τους στις πιο απίθανες ερωτικές περιπτύξεις. Τα συνθήματα των φανατικών έσφυζαν από έμφυλα ρατσιστικά κλισέ και αποσκοπούσαν στο να εξοργίσουν τόσο πολύ τον μισητό εχθρό, ώστε να καταστεί επιρρεπής στο λάθος που θα στοίχιζε απροσδόκητα γκολ στην ομάδα του. Ταυτοχρόνως οι χουλιγκάνοι καλλιεργούσαν τη βάσιμη αυταπάτη ότι εκδικούνται το σύστημα, αφού η συντηρητική κοινωνία της εποχής σκανδαλιζόταν στο μη περαιτέρω. Ο βέβηλος ποιητικός οίστρος της «Ορίτζιναλ» και των Θυρών «7» και «13» θεωρήθηκε μάστιγα που υπονομεύει τα χρηστά ήθη.

Υστερικές εκστρατείες οργανώθηκαν προκειμένου να εκλείψει το απεχθές φαινόμενο. Τα χουλιγκάνια είχαν τον τρόπο να επιβάλλονται ακόμα και όταν η αυθάδης συμπεριφορά τους σήμαινε βαριές τιμωρίες για τις ομάδες τους. «Φίλαθλοι, όχι βωμολοχίες» εκλιπαρούσαν τα μεγάφωνα. Τα «παιδιά» απαντούσαν με χιούμορ. «Ω έλατο, ω έλατο…» φώναζαν ομαδόν, κάνοντας τους αφελείς να προεξοφλήσουν ότι συμμορφώθηκαν προ της απειλής στέρησης βαθμών. Και κατέληγαν απτόητοι εν χορώ «…της μάνας σας το κέρατο». Βαθμηδόν τα ανορθόδοξα συνθήματά τους έγιναν κτήμα της κοινωνίας. Μερικά χρόνια αργότερα ένας ολόκληρος λαός, νέοι, μεσήλικες, γέροι και μικρά αγόρια και κορίτσια τραγουδούσαν ρυθμικά «Σήκωσέ το το γαμημένο δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω». Η μαγεία της κερκίδας έγκειται στο ότι για δυο ευλογημένες ώρες παύεις να λογοδοτείς σε οποιονδήποτε. Εντελώς μυστηριακά ο εαυτός σου απελευθερώνεται, υψώνεται στη σφαίρα της έκστασης, σαν υπερβατική ψηφίδα του ανώνυμου πλήθους. Από παρόμοιους μηχανισμούς διέπεται η λειτουργία μας στο ίντερνετ. Για να μεταφέρεις τη γλώσσα τους στην πολιτική, πρέπει να ’χει σκάψει ο κώλος σου τα τσιμέντα των γηπέδων. Αλλιώς αναζήτησε ευφυολογήματα στα τσιτάτα των γενειοφόρων κλασικών του κάθε -ισμού.