ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εφτασε στο σπίτι αρκετά αργά το βράδυ. Πάρκαρε, βγήκε, κλείδωσε το αυτοκίνητο και κοίταξε την πολυκατοικία. Δυο φώτα εδώ, δυο φώτα εκεί. Εφτασε στην είσοδο. Της φάνηκε ότι η τηλεόραση ακουγόταν πολύ δυνατά, κάποια μουσική εκπομπή. Τραγούδια χαρούμενα, που σε ξεσηκώνουν να χορέψεις αν έχεις τα πόδια να το κάνεις.

Μια φευγαλέα σκέψη πέρασε. «Εχει γούστο να τους βρω να ρίχνουν τις στροφές τους…». Ηξερε ότι δεν θα το έκαναν. Τέτοιες μέρες παλιά -όχι και πολύ παλιά πάντως- το σπίτι είχε γιορτή. Εστω και αυτοσχέδια. Τσατσόπιτες -έτσι τους είχαν μάθει να λένε τα τηγανόψωμα-, κεφτεδάκια με μπόλικο δυόσμο, πατατούλες, κανένα παϊδάκι στο γκριλ… Λίγο κόκκινο κρασί και τραγούδια.

Η σκάλα ήταν ήσυχη. Οσο ανέβαινε τόσο χάνονταν οι φωνές και τα τραγούδια. Οταν έβαλε το κλειδί στην πόρτα, η σιωπή ήταν απόλυτη. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο μεταλλικός ήχος της κλειδαριάς: μία, δύο, τρεις στροφές. Κι ύστερα το κουδούνισμα των κλειδιών μέσα στο κρυστάλλινο τασάκι όπου τα άφηνε κάθε βράδυ.

Εβγαλε το πανωφόρι, τα παπούτσια, άνοιξε τη θέρμανση -κάποτε θα έμπαινε στο σπίτι και θα ήταν ήδη ζεστό-, το θερμοσίφωνο για το μπάνιο. Πήγε στην κουζίνα. Ζέστανε το φαγητό που είχε μαγειρέψει χθες και ετοίμασε το μπάνιο. Εσώρουχα, καθαρές πιτζάμες, κάλτσες. Γύρισε στην κουζίνα, έσβησε το μάτι και πήγε πάλι στο μπάνιο.

Αφαίρεσε ό,τι μακιγιάζ είχε μείνει από το πρωί και πλύθηκε. Μετά κάθισε να φάει.

Την περίμεναν μια σειρά από δουλειές και υποχρεώσεις. Τις εκτέλεσε επιμελώς, όπως πάντα. Πίσω σαν χαλί ακουγόταν ένα βραδινό δελτίο ειδήσεων αρχικά, μετά οι διαφημίσεις κι ύστερα οι διάλογοι ενός σίριαλ που δεν την ενδιέφερε καθόλου. Εκλεισε την τηλεόραση και έβαλε το ραδιόφωνο. Συνέχισε μέχρι που δεν έμεινε τίποτα πια ατακτοποίητο, τίποτα αφρόντιστο. Μετά έκλεισε και το ραδιόφωνο.

Οταν κάθισε στον καναπέ είχε πάει ακόμα πιο αργά. Βρήκε ένα μήνυμα, μια πρόσκληση για το επόμενο βράδυ στον τηλεφωνητή. (Μα πώς δεν άκουσε το τηλέφωνο να χτυπάει;…)

«Σε περιμένουμε αύριο βράδυ. Θα μαζευτούμε σπίτι για ένα κρασί. Μην απαντήσεις, θα έρθεις. Στις 9». Θα πήγαινε. Η ζωή άρχιζε να βρίσκει πάλι έναν ρυθμό, κάπως μπερδεμένο πάντως, έπειτα από δυο χρόνια φόβου και κυμάτων εγκλεισμού.

Αλλά εκείνο το βράδυ ήθελε απλώς να μείνει στη σιωπή. Δεν ήθελε να πει τίποτα, ούτε να ακούσει τίποτα. Τέσσερα χρόνια, σκεφτόταν. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια πέρασαν. Τέτοιες μέρες έφυγε η μαμά. Κι όμως ήταν ακόμα εκεί, στο τόσο αλλαγμένο σπίτι, με τους αλλαγμένους από τα χρόνια και τη ζωή ανθρώπους.

Οι μέρες γιορτής τότε είχαν περάσει σε έναν θάλαμο νοσοκομείου, με τα ρούχα τους να έχουν ποτίσει τη μυρωδιά των φαρμάκων και του αντισηπτικού. Πόση λύπη, βαθιά, θρεμμένη από χρόνια αγωνίας, φόβων, ελπίδων που άναψαν και μετά ματαιώθηκαν. Οι ρίζες της θλίψης αυτής έκαναν χρόνια να λυθούν και να αφήσουν τις καρδιές τους ελεύθερες, με μια γωνίτσα να φιλοξενεί λίγη λύπη από την απουσία. Αλλά ένα σημάδι υπήρχε εκεί – μερικές φορές το έβλεπε στο πρόσωπό της και στα πρόσωπα των γύρω της. Στα βλέμματά τους.

Εφτιαξε ένα τσάι με λεβάντα και χαμομήλι και τυλίχτηκε με μια κουβέρτα. Ενιωσε μια παρόρμηση να ανοίξει το άλμπουμ με τις φωτογραφίες, αλλά αμέσως μετάνιωσε. Δεν θα το άντεχε.

Ηπιε γουλιά γουλιά το ζεστό της και αφέθηκε. Οι σκέψεις της έτρεχαν σε τόσα πράγματα. Και τώρα τη χρειαζόταν εκεί. Για να της πει -ήξερε ότι θα το έκανε- πως όλα θα πάνε καλά, πως όλα είναι εντάξει, πως «παιδί μου, ό,τι θέλεις το μπορείς. Αφού ξέρεις καλύτερα από εμένα».

Αλλά δεν ήταν εκεί. Μόνο το βράδυ, μέσα στον βαθύ ύπνο της, της φάνηκε ότι αισθάνθηκε τη μυρωδιά της, μπήκε στο δωμάτιο και της χαμογέλασε.