Και ποιος είναι ο Πάλασμαα ώστε να αξίζει ιδιαίτερη αναφορά; Δεν είναι κανένας σούπερ σταρ της διεθνούς πασαρέλας, ούτε καν ο τυπικός «ποντικός των αρχείων». Είναι ένα ιδιότυπο μίγμα, που κινείται «ανάμεσα», αποφεύγοντας τις παγίδες της εξειδίκευσης και κηρύσσοντας τον λόγο της φαινομενολογίας, μιλώντας μια απλή, κατανοητή γλώσσα. Για να δώσουμε ένα ελληνικό ανάλογο, ας πάμε στο τελευταίο στη σειρά κείμενο, τη διάλεξη του Πάλασμαα στη Θεσσαλονίκη. Μέσα στο ακροατήριό του βρισκόταν και ο δικός μας Μίμης Φατούρος, στον οποίο είναι δίκαια αφιερωμένο το βιβλίο. Ασφαλώς θα είχε εκείνο το βράδυ χαρεί διαπιστώνοντας πόσο κοντά έστεκε, με τις δικές του ιδέες, στο κήρυγμα του διάσημου Φινλανδού ομιλητή!
Η ανθολόγηση κειμένων του Πάλασμαα μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την εξέλιξη της σκέψης του από το 1980, όταν συζητά για τις «δύο γλώσσες της αρχιτεκτονικής», κάνοντας ουσιαστικά ένα σάρωμα στη διεθνή βιβλιογραφία πάνω σε θέματα που ήδη τον ενδιαφέρουν, και θα τον απασχολούν αδιάλειπτα στη συνέχεια, καθώς ψάχνει για τη «βαθύτερη ερμηνεία της αρχιτεκτονικής επικοινωνίας», αναγκαστικά πέφτοντας μέσα στο χάος της σημειολογίας, αλλά κατόπιν προβάλλοντας στον κόσμο των «αρχετύπων», που θα τον οδηγήσουν στην αναγνώριση του «μεταφυσικού μηνύματος» στην αρχιτεκτονική, παρακάμπτοντας τις ακρότητες του μοντέρνου κινήματος. Είναι μια πορεία μύησης, που επιτρέπει την ταύτιση της αρχιτεκτονικής με «μια αίσθηση πολιτιστικής συνέχειας».
Εδώ βρίσκονται, συνοπτικά, όλες οι βασικές κατευθύνσεις της μεταγενέστερης σκέψης του Πάλασμαα, καθώς σταδιακά ο λόγος του θα απαλλαγεί από δεσμεύσεις μιας θηριώδους βιβλιογραφίας πάνω στο «δέον» της αρχιτεκτονικής, ώστε να προβάλει ξανά και ξανά τα ίδια μηνύματα. Η μέθοδός του, όπως είπαμε, βασίζεται πάνω στη φαινομενολογία: αυτό δηλώνεται ήδη στον τίτλο του δεύτερου δοκιμίου του (1985): «Η γεωμετρία του συναισθήματος. Η φαινομενολογία της αρχιτεκτονικής». Στην πραγματικότητα είναι μια επίκληση επιστροφής στην «αφετηρία» των πραγμάτων. Στο τέλος του δοκιμίου, ο Πάλασμαα θυμάται μερικές σχετικές φράσεις του Λούι Καν, που τονίζει την αξία της «επιστροφής στο σημείο εκκίνησης». Η ίδια κατεύθυνση της σκέψης αναπτύσσεται στο τρίτο δοκίμιο («Τα όρια της αρχιτεκτονικής. Προς μια αρχιτεκτονική της σιωπής», 1990), όπου καταλήγει ότι «χρειαζόμαστε σήμερα μια ασκητική, περιεκτική και στοχαστική αρχιτεκτονική».
Αντιπαρέρχομαι δύο ενδιάμεσα κείμενα του τόμου για να προχωρήσω στο έκτο τού 2012 («Η αύρα του ιερού. Αρχιτεκτονική, τέχνη και ιερότητα της ύπαρξης») και στο έβδομο του 2007 («Μια αρχιτεκτονική της βίας. Χώροι αγωνίας και υποταγής»). Εδώ ο Πάλασμαα ασφυκτιά μέσα στα δεσμά που έχει επιβάλει ο σύγχρονος κόσμος, απομυθοποιώντας την αρχιτεκτονική διαδικασία και προβάλλοντας μια «υλιστική και καταναλωτική κουλτούρα». Από τη μια μεριά, συζητά την «ιερότητα που επιβάλλει τη σιωπή» στον διάσημο κήπο του ναού Ριοάν-τζι στο Κιότο και από την άλλη, μιλάει απροκάλυπτα για την τωρινή κατάληξη των πραγμάτων με εκφράσεις της βίας που διαχέονται προς κάθε κατεύθυνση, όπου μέρος της ευθύνης αναγνωρίζεται στο μοντέρνο κίνημα της αρχιτεκτονικής.
Τα τελευταία πέντε δοκίμια, της περιόδου 2010-18, προβάλλουν μια ολοένα καθαρότερα φαινομενολογική αντιμετώπιση της αρχιτεκτονικής. Ο Πάλασμαα φαίνεται να έχει κλείσει τους λογαριασμούς του με την ιστορία και τις παλιές αμαρτίες της αρχιτεκτονικής θεωρίας, είναι απελευθερωμένος από την καταπίεση ενός ατελέσφορου ωφελιμισμού, και αποζητά, με συνέπεια, την επανασύνδεση με την αισθητηριακή πρόσληψη της αρχιτεκτονικής. Δεν είναι βέβαια μόνος. Εκτός από φιλοσόφους όπως οι Χούσερλ, Χάιντεγκερ, Μερλό-Ποντί και Μπασελάρ, έχουν συνταχθεί στην πορεία συγγραφείς όπως οι Ράσμουσεν και Νόρμπεργκ-Σουλτς αλλά και οι Στίβεν Χολ και Πέρες-Γκόμες, που διείσδυσαν με τον λόγο τους σε αρχιτεκτονικές σχολές διεθνώς, διαδίδοντας «μια εμπειρική προσέγγιση» που λειτουργεί με τη διαίσθηση.
Στο τέλος («Η αρχιτεκτονική ως εμπειρία. Το υπαρξιακό νόημα στην αρχιτεκτονική», 2018), ο Πάλασμαα θα εξομολογηθεί: «Διερευνώντας το φαινόμενο της αρχιτεκτονικής επί εξήντα χρόνια ως αρχιτέκτονας, συγγραφέας και δάσκαλος, δεν έχω τον παραμικρό δισταγμό να υποστηρίξω σήμερα ότι η σημαντικότερη αίσθηση στην αρχιτεκτονική εμπειρία δεν είναι η όραση αλλά η διάχυτη αίσθηση της αφής, η αίσθηση της ύπαρξης, η αίσθησή μας του σωματικού είναι και του εαυτού».
