ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Εξοπλισμοί, πυρηνικά, Διάστημα: όλοι τομείς υψηλής τεχνολογίας, όλοι τόποι φυσικής άνθησης για ένα πολυτεχνίτη, που του έδιναν συγχρόνως το ιδανικό βιογραφικό για να ανταποκριθεί στις προεκλογικές υποσχέσεις του επανεκλεγέντος προέδρου. Πράγματι, ο τελευταίος είχε εγκαταλείψει τις φαντασιώσεις του “start-up nation” που του είχαν εξασφαλίσει την πρώτη του εκλογή αλλά αντικειμενικά είχαν οδηγήσει απλώς στη δημιουργία λίγων επισφαλών και κακοπληρωμένων θέσεων εργασίας, σ’ ένα καθεστώς οιονεί δουλείας στο εσωτερικό ανεξέλεγκτων πολυεθνικών.

Ξαναβρίσκοντας τα θέλγητρα της κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας α λα γαλλικά, δεν είχε διστάσει να διακηρύξει, με τα χέρια ορθάνοιχτα, σε μια πόζα σαν του Χριστού (αυτό ήξερε ανέκαθεν να το κάνει, και τώρα καλύτερα από ποτέ, με τα χέρια του ανοιγμένα σχημάτιζε μια γωνία φαινομενικά ανέφικτη, πρέπει να έκανε προπόνηση με κάποιον δάσκαλο της γιόγκα, δεν γινόταν αλλιώς), στην τεράστια συγκέντρωση στο Παρίσι με την οποία είχε κλείσει η προεκλογική εκστρατεία του: “Ηρθα απόψε με ένα μήνυμα ελπίδας και θα κάνω να σωπάσουν οι Κασσάνδρες της δυστυχίας: για τη Γαλλία, σήμερα, αρχίζει η νέα Χρυσή Τριακονταετία!”».

Οξυδερκής, προκλητικός, αντιδραστικός, αιρετικός, ασυμβίβαστος, ο Μισέλ Ουελμπέκ, το «κακό» παιδί των γαλλικών γραμμάτων και του σύγχρονου ευρωπαϊκού φιλοσοφικού λόγου, επιστρέφει με το βιβλίο «Εκμηδένιση» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εστία -σχεδόν ταυτόχρονα με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες- σε μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα.

Είναι σίγουρο πως ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν θα δυσαρεστηθεί όταν το διαβάσει, αν το διαβάσει, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά. Ο Ουελμπέκ δεν τον κατονομάζει αλλά τον φωτογραφίζει και τον περιγράφει ως έναν εξουσιομανή πολιτικό που σίγουρα συμβουλεύεται συχνά τον Μακιαβέλι. Με κάθε καινούργιο βιβλίο του Ουελμπέκ στη Γαλλία γίνεται ένας μικρός σεισμός. Βλέπετε, στα τελευταία του μυθιστορήματα, ως εξαίσιος ψυχανατόμος της δυτικής κοινωνίας, «προφήτευσε» τόσο τα τρομοκρατικά χτυπήματα στη Γαλλία όσο και τα «κίτρινα γιλέκα» και άλλα δεινά που προέκυψαν.

Ενα μεγάλο σε όγκο βιβλίο -654 σελίδων- έφτασε λοιπόν στα χέρια μας. Από τις πρώτες σελίδες καταλαβαίνει κανείς πως ο συγγραφέας βρίσκεται και πάλι στην αγαπημένη του λογοτεχνική αρένα: την πολιτική σκηνή της Γαλλίας. Και γράφω αρένα γιατί μέσα στις σελίδες της Εκμηδένισης συγκρούονται πλαγίως αλλά και ολομέτωπα η διεθνής τρομοκρατία με τις μυστικές υπηρεσίες, αλλά κυρίως «συγκρούεται» και «ματώνει» ο ήρωας του βιβλίου, ο Πολ, με τον εαυτό του και όσα πρόσωπα του κύκλου του τον καθορίζουν.

Η αφήγηση κυλά εύκολα χάρη στην εξαιρετική μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα που είναι εξοικειωμένος με την ουελμπεκική σκέψη. Περιέργως πώς, αλλά σε κάποιες σελίδες του βιβλίου πίστεψα ότι το «θυμωμένο» παιδί της γαλλικής λογοτεχνίας μαλάκωσε, γλύκανε. Ιδιαίτερα στο σεξ που πάντα θεωρούσε πως είναι μέσο κοινωνικής ανέλιξης, ένα εργαλείο δίχως συναίσθημα.

Εντάξει, κι εδώ κυνικό είναι κάποιες φορές, αλλά προς το τέλος μάς δίνεται μέσα από βαθύ συναίσθημα. Κάπου κάπου ένιωσα πως πλησίασε τον Τζόναθαν Κόου, μα παρακάτω μου έκλεινε υπαινικτικά το μάτι με μια ατάκα που με μετέφερε αστραπιαία στο ουελμπεκικό σύμπαν με τα μεγάλα υπαρξιακά μονοπάτια που συχνά φωτίζονται από αγοραίες λέξεις.

Σε ένα όχι πολύ μακρινό από μας μέλλον, όπως και στα άλλα βιβλία του, ο συγγραφέας βλέπει μια πολύ πιο εξελιγμένη εκδοχή τρομοκρατίας που παίζει την υψηλή τεχνολογία στα δάχτυλα, τους πολιτικούς βουτηγμένους στον ναρκισσισμό, τη Γαλλία να αποχωρεί ουσιαστικά από την Ευρωπαϊκή Ενωση φτιάχνοντας τη νέα ολόδική της βιομηχανική επανάσταση, αφήνοντας πίσω τους εταίρους της, και μέσα σε αυτό το ζοφερό τοπίο των συρταρωτών ιστοριών ένας άνθρωπος προσπαθεί να θυμάται πως είναι άνθρωπος ανασυγκροτώντας τη ζωή του. Βλέπει εφιάλτες, αναλογίζεται για το δώρο της ζωής, τον καρκίνο, τον θάνατο αλλά και την ενσάρκωση.

Αυτό το βιβλίο, περισσότερο από τα προηγούμενα, έχει μια συγγραφική ησυχία, δεν θέλει να εντυπωσιάσει ή να προκαλέσει, που θεωρώ πως τον κατατάσσει πλέον στους κορυφαίους αφηγητές της σύγχρονης λογοτεχνίας. Ο Ουελμπέκ συγγραφέας αφήνεται να γράψει σπουδαία λογοτεχνία δίχως να «ελέγχεται» από τον Ουελμπέκ δοκιμιογράφο.

Στο σημείωμα των ευχαριστιών αφήνεται -εδώ υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό- να κλείσει με μια θετική νότα για το μέλλον λέγοντας πως οι Γάλλοι συγγραφείς δεν θα πρέπει να διστάζουν να ενημερώνονται περισσότερο ρωτώντας γι’ αυτά που γράφουν, καθώς πολλοί άνθρωποι αγαπούν τη δουλειά τους και χαίρονται να την εξηγούν στους μη ειδικούς.

Αυτό από το στόμα του καυστικού Ουελμπέκ θα μπορούσε να ακουστεί σαν σπόντα προς τους ομοτέχνους του, αλλά θα μπορούσε να φανεί και ως ελπίδα σε έναν κόσμο που θεωρεί πως αυτοκαταστρέφεται. Πολλά μπορεί να έχουν προσάψει στον Μισέλ Ουελμπέκ -και κάποιες φορές απολύτως δικαιολογημένα- αλλά κλείνοντας την Εκμηδένιση δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει πως έχουμε να κάνουμε με μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα.

Ευρηματικός και διεισδυτικός όσο ποτέ, εισβάλλει σαν άλλος Μπαλζάκ μέσα στη μάζα των ανθρώπων σαν μπάλα κανονιού και ανατρέπει τα πάντα.