ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Μπλάτσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Γυάλινος», εύθραυστος, εύθρυπτος, ευάλωτος, διαυγής είναι μερικά συνώνυμα που συνθέτουν τον «κόσμο» που αποτυπώνει στο ομώνυμο έργο του, με έντονες αυτοβιογραφικές αναφορές, ο γεννημένος στον αμερικανικό νότο (Μισισιπή) Τενεσί Ουίλιαμς, κατά κόσμον Τόμας Λάνιερ Ουίλιαμς Γ΄. Ενα «έργο μνήμης», όπου αντιπαρατίθενται ο ρεαλισμός και η σκληρότητα του εξω/μεγάκοσμου της Αμερικής της Μεγάλης Οικονομικής Υφεσης του 1930 –προάγγελου του επερχόμενου Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου- και η λυρική ευθραυστότητα και ποιητικότητα του έσω/μικρόκοσμου της τριμελούς οικογένειας Ουίνγκφιλντ που εδώ και 16 χρόνια έχει εγκαταλείψει ο πατέρας.

Ο εύθρυπτος βίος των Ουίνγκφιλντ, της μητέρας Αμάντα, του γιου Τομ και της κόρης Λώρας εκτυλίσσεται μέσα σε ένα διαμέρισμα του Σαιντ Λούις. Και τα τρία πρόσωπα φέρουν το τραύμα της απώλειας και των ανεκπλήρωτων ονείρων: Η «Ωραία του Νότου» («Southern Belle») Αμάντα αναπολεί τα ανέμελα νεανικά της χρόνια και τους φερέλπιδες νεαρούς που την περιτριγύριζαν, αλλά οι αναπολήσεις της προσκρούουν στη σφοδρότητα της σκληρής πραγματικότητας της συζυγικής εγκατάλειψης και των ανυπέρβλητων οικονομικών προβλημάτων επιβίωσης. Ο Τομ ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας, δεν αντέχει την οικογενειακή και εργασιακή του πραγματικότητα και καταφεύγει στις σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες βρίσκοντας παρηγοριά στην 7η τέχνη. Στο τέλος, θα φύγει, όπως ο πατέρας του, από το σπίτι του, το οποίο εφεξής θα στοιχειώνει τη ζωή του. Η Λώρα έχει πρόωρα απωλέσει τη χαρά από τη ζωή της, όλα της τα όνειρα έχουν συντριβεί και ζει μόνο εντός της οικίας της διοχετεύοντας όλη της τη φροντίδα στη συλλογή της από γυάλινα μικρά ζωάκια. Η ψυχοσύνθεσή της εύθραυστη, όπως οι γυάλινες μινιατούρες της, θα συνθλιβεί εκ νέου, όταν ξανασυναντήσει τον σχολικό της έρωτα Τζιμ, με τον ίδιο καταλυτικό τρόπο, όπως όταν ο Τζιμ απρόσεκτα σπάσει το κέρατο του μονόκερου της συλλογής της.


░ Η Ιζαμπέλ Ιπέρ είναι ιδανική διανομή ως Αμάντα Ουίνγκφιλντ

Με το άνοιγμα της αυλαίας, την παράσταση κλέβει το γούνινο σκηνικό του Γιαν Βέρσιεϊβελντ στο χρώμα του πηλού. Το αισθητικό σκηνικό αποτύπωμα μοιάζει με αυτό της σέπιας, προσδίδοντας στην παράσταση όψη παλιάς φωτογραφίας. Σαν οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις που βιώνουν να προκύπτουν από μια συνθήκη ανάμνησης, υπηρετώντας τη σκηνική οδηγία του συγγραφέα ότι πρόκειται για «έργο μνήμης», καθώς η σκηνική δράση είναι αφήγηση/ανάμνηση του Τομ. Επίσης, καθώς όλες οι επιφάνειες της σκηνής είναι καλυμμένες με αυτό το γούνινο ευέλικτο και εύπλαστο υλικό, πάνω στους τοίχους έχουν σχηματιστεί πρόσωπα –από τo οικογενειακό άλμπουμ;– αντί για τη φωτογραφία του απόντος πατέρα που κανονικά δεσπόζει στο σαλόνι των Ουίνγκφιλντ. Ερμηνευτικά, η Ιζαμπέλ Ιπέρ είναι ιδανική διανομή ως Αμάντα Ουίνγκφιλντ. Είναι ένα ασύλληπτο ερμηνευτικό θηρίο, παρά τη φαινομενική ευθραυστότητά της. Με μικρές, ακριβείς κινήσεις χτίζει τον ρόλο της, μέχρι τη στιγμή της σιωπηλής της ερμηνευτικής κορύφωσης, όταν όλα της τα όνειρα για τη Λώρα και τον Τζιμ θρυμματίζονται μπροστά της και εκφράζει την απόγνωση, τον θυμό της, τη ματαίωσή της με τις διάσημες εύγλωττες σιωπές της.

Δίπλα της, στέκεται επάξια η νεαρή Ζιστίν Μπασλέ, στον ρόλο της διάφανης Λώρας. Οι κύριοι της διανομής με πολύ μέτρια επίδοση, ενώ προβλήματα είχε η αντιστοιχία των ελληνικών και αγγλικών υπέρτιτλων – μα, καλά, τα σεμινάρια «public speaking» του Τζιμ, μεταφράζονται ως «μαθήματα ορθοφωνίας»; Επίσης, στη γαλλική απόδοση του αγγλόφωνου έργου, θεωρώ ότι είναι άτοπη η χρήση του β΄ πληθυντικού αριθμού («vous») ανάμεσα στη Λώρα και τον Τζιμ που είναι σχεδόν συνομήλικοι και ως νέοι Αμερικανοί δεν μιλούν επισήμως μεταξύ τους.

░ Ο Αναστάσης Ροϊλός ως Τζιμ Ο’Κόνορ τραβάει όλα τα φώτα της σκηνής πάνω του

Την παράσταση του Γιώργου Νανούρη την είδα διαδικτυακά την περασμένη άνοιξη, όταν ανέβηκε στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου – φέτος παίζεται στο «Αλκυονίς». Φοβάμαι ότι το αριστουργηματικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς κατέδειξε την εμφανή απειρία του σκηνοθέτη απέναντι σε έργα ογκόλιθους της παγκόσμιας δραματουργίας. Εδώ είχε να συνθέσει λαβωμένους χαρακτήρες, εύθραυστες ψυχοδυναμικές, εντάσεις και σκοτάδια τα οποία τελικά τον κατάπιαν. Ισως, οι περσινές παραστάσεις να ήταν μια καλή άσκηση και φέτος να έχουν διορθωθεί αστοχίες, όπως το ανέβασμα της Λώρας με κινητικά προβλήματα σε σκαμπό για να ντυθεί ώστε να υποδεχθεί τον Τζιμ. Ή την ακόμα μεγαλύτερη αστοχία της σκηνογραφίας της Μαίρης Τσαγκάρη –με τη συναίνεση του σκηνοθέτη; με την προτροπή του;– να αποδώσει τον γυάλινο κόσμο της Λώρας, τα γυάλινα ζωάκια της, με λάμπες φωτός που κρέμονται από το ταβάνι. Ακόμα και ο μονόκερος είναι μία λάμπα (!) και όταν σπάει, μένει στα χέρια της Λώρας το ντουί!

Κάπως έτσι η εύθραυστη ποιητικότητα του έργου θρυμματίστηκε μπροστά στα μάτια μας. Την παράσταση σώζουν κάποιες ερμηνείες –η Αμάντα της Αννας Μάσχα φέρει τη σκηνική της εμπειρία– και ειδικά εκείνη του Αναστάση Ροϊλού που αναδεικνύει τον ρόλο του Τζιμ Ο’ Κόνορ σε πρωταγωνιστικό. Με το που επισκέπτεται το διαμέρισμα των Ουίνγκφιλντ, αλλάζει όλη η ενέργεια και η ατμόσφαιρα της παράστασης. Μάλιστα, συντονίζεται μαζί του και η Λώρα της Λένας Παπαληγούρα και απογειώνονται ερμηνευτικά.