Βαρόμετρο για τις βελτιωμένες κυβερνητικές προβλέψεις για ανάκαμψη 6,9% φέτος θα αποτελέσουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την πορεία του ΑΕΠ στο τρίτο τρίμηνο που ενσωματώνουν τα θερινά έσοδα από τον τουρισμό και είναι αυτά που θα «σφραγίσουν» την κίνηση της πραγματικής οικονομίας το 2021. Τα αρμόδια στελέχη εμφανίζονται αισιόδοξα, υποστηρίζοντας ότι θα επιβεβαιωθούν όλοι οι πρόδρομοι δείκτες που εμφανίζουν ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα προσεγγίσει μια διψήφια μεταβολή σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2020 που λόγω των περιοριστικών μέτρων για την πανδημία η οικονομία της χώρας βυθίστηκε σε ύφεση 11,7%.
Η αγωνία πάντως είναι μεγάλη και όλα θα κριθούν στις 6 Δεκεμβρίου, οπότε η Ελληνική Στατιστική Αρχή θα προχωρήσει στην ανακοίνωση αυτών των στοιχείων, ενώ την ίδια ημέρα ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας θα δίνει «εξετάσεις» στις Βρυξέλλες για την απελευθέρωση μίας ακόμη δόσης ύψους 740 εκατ. ευρώ από τα κέρδη των ελληνικών ομολόγων που αποκόμισαν η ΕΚΤ και οι υπόλοιπες τράπεζες του ευρωσυστήματος. Θεωρητικά πρόκειται για μια εύκολη μάχη καθώς η όλη συζήτηση των «19» θα γίνει με βάση τα συμπεράσματα της έκθεσης των θεσμών για τη 12η μεταμνημονιακή αξιολόγηση, που σε γενικές γραμμές ήταν στρογγυλεμένη πλην των κεφαλαίων για τις εκκρεμείς συντάξεις και τα ληξιπρόθεσμα χρέη του Δημόσιου, όπου οι αιχμές ήταν σοβαρές. H ατζέντα του Eurogroup θα ανοίξει με το ελληνικό θέμα ενώ τη σκυτάλη θα πάρουν οι υπόλοιπες μεταπρογραμματικές εποπτείες σε Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία και Κύπρο.
Το μεγάλο βέβαια ενδιαφέρον δεν είναι η συζήτηση που θα κάνουν οι υπουργοί των Οικονομικών μπροστά στις κάμερες αλλά στα πηγαδάκια που θα στηθούν στο περιθώριο του Eurogroup με αφορμή τη μεγάλη συζήτηση που έχει ανοίξει για την αναθεώρηση των ατσάλινων κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας. Ετσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα με βάση τα σχέδια των προτάσεων που φτάνουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο στόχος για την Αθήνα είναι διττός.
Αφ’ ενός να οικοδομήσει ένα δίκτυο συμμάχων στην Ευρώπη οι οποίοι βρίσκονται (περίπου) στην ίδια οικονομική κατάσταση με την Ελλάδα, με υψηλό δημόσιο χρέος και ελλείμματα, για να αποφύγει μια επώδυνη δημοσιονομική προσαρμογή με την επιστροφή στην κανονικότητα από το 2023. Αφ’ ετέρου να χαλαρώσει τον κορσέ της λιτότητας επιτυγχάνοντας συμφωνία για πρωτογενή πλεονάσματα χαμηλότερα από το 2,2% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο που προέβλεπε η προηγούμενη δέσμευση έως το 2060, οπότε η Ελλάδα θα έχει εξοφλήσει το 75% των δανείων που έλαβε από τον μηχανισμό ανακτώντας πλήρη ελευθερία.
Σε αυτή τη φάση το μέτωπο των χωρών του Βορρά και οπαδών της σκληρής λιτότητας είναι αρραγές για να περάσουν οι ελληνικές θέσεις, προκειμένου να μην υπολογίζεται στα ελλείμματα και το χρέος μια σειρά από δαπάνες που αν εξαιρεθούν ελευθερώνουν δημοσιονομικό χώρο για (προεκλογικές) παροχές. Σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Οικονομικών, η χάρτα των νέων φοροελαφρύνσεων θα ήταν ευκολότερη αν οι θεσμοί απέκλειαν από το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης τις δαπάνες για το μεταναστευτικό, τα κονδύλια για τις πράσινες και ψηφιακές επενδύσεις, ακόμη και τις δαπάνες για τον αμυντικό εξοπλισμό που παρουσιάζουν μεγάλη αύξηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο οι δαπάνες για την άμυνα και το μεταναστευτικό φτάνουν σήμερα στο ανώτερο επίπεδο για το δημοσιονομικό έλλειμμα που είναι το 3% του ΑΕΠ.
Η πρώτη σκληρή μάχη για τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας θα δοθεί στο Eurogroup της 22ας Μαρτίου 2022, ενώ η μόνη χαραμάδα που διαφαίνεται στο πλαίσιο τροποποίησης των κανόνων είναι στο πεδίο του δημόσιου χρέους. Η ανεξάρτητη ομάδα των οικονομολόγων του ESM προτείνει νέες οροφές που φτάνουν έως το 100% του ονομαστικού ΑΕΠ από το σημερινό 60%, καθώς αν παραμείνει έτσι, όπως εύστοχα αναφέρει το κείμενο εργασίας του Δημοσιονομικού Συμβουλίου (των Γιώργου Ιωαννίδη, Παναγιώτας Κολιούση), για τη «μείωση του δημόσιου χρέους κάτω από το 70% του ΑΕΠ θα απαιτηθούν περίπου 15 έτη για την Αυστρία και τη Σλοβενία, 35 έτη για το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Κύπρο και την Ισπανία, 39 έτη για την Πορτογαλία, 45 έτη για την Ιταλία και πάνω από μισός αιώνας για την Ελλάδα.
Ακόμα και στην περίπτωση που η οικονομία της ευρωζώνης ήταν απολύτως ενοποιημένη, το υφιστάμενο δημοσιονομικό πλαίσιο θα χρειαζόταν 27 έτη προκειμένου το δημόσιο χρέος να προσεγγίσει το 70% του ΑΕΠ. Βάσει των παραπάνω, ο στόχος του 60% πρέπει είτε να εγκαταλειφθεί είτε να τροποποιηθεί ο ρόλος του, δηλαδή να αποτελέσει ένα γενικό σημείο αναφοράς». Το μόνο που δεν αλλάζει είναι η δέσμευση για μείωση του υπερβάλλοντος ποσού του χρέους κατά τουλάχιστον 1/20 ετησίως.
