Ο Τζον Ρολς (1921-2002) σημάδεψε την πολιτική και ηθική φιλοσοφία, ενώ δίδαξε πλήθος φοιτητών, πολλοί από τους οποίους άφησαν το δικό τους στίγμα στη σκέψη. Σπούδασε και εργάστηκε σε κορυφαία πανεπιστήμια της Αμερικής: Πρίνστον, Κορνέλ, ΜΙΤ και Χάρβαρντ, όπου δίδαξε για περίπου σαράντα χρόνια. Προσωπικότητα χαμηλών τόνων, τύπος κλειστός, επικεντρωμένος στην ακαδημαϊκή και οικογενειακή ζωή, ο Ρολς έμενε μακριά από το φως της δημοσιότητας, παρότι τα έργα του γνώρισαν και γνωρίζουν ακόμη αξιοζήλευτη δημοφιλία, έχοντας μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και κυκλοφορήσει σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα.
Διερευνώντας τη δυνατότητα της συμφιλίωσης της ηθικής με τη λογική μετά τη θεμελιώδη παρέμβαση του Καντ, το έργο του Ρολς έδειξε πως η αναλυτική φιλοσοφική παράδοση δεν είναι ασύμβατη με την ηπειρωτική. Ο Ρολς εξέδωσε τρία μείζονα βιβλία. Στη Θεωρία της Δικαιοσύνης (1971) καταπιάστηκε να προσδιορίσει μια έννοια της δικαιοσύνης που είναι συμβολαιική και που βασίζεται σε αρχές που θα γίνονταν ομόφωνα δεκτές και σεβαστές από έλλογους ανθρώπους, σε καθεστώς ελευθερίας και ισότητας.
Σε υπόρρητη σύνδεση με τη μυθοπλαστική στιγμή του ηθικού νόμου, το περίφημο καντιανό «ωσάν» (als ob), το εργαλείο που επινοεί ο Ρολς είναι η έννοια της «πρωταρχικής θέσης», ένα υποθετικό σενάριο διαμόρφωσης ενός κοινά αποδεκτού πλαισίου θεμελίωσης μιας δίκαιης και πολιτικά βιώσιμης κοινωνίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο συμφιλιώνει δύο αξίες που εκλαμβάνονται συχνά ως αντικρουόμενες, την ελευθερία και την ισότητα, και κατανοεί τη δικαιοσύνη (justice) ως ακριβοδικία (fairness).
Στον Πολιτικό Φιλελευθερισμό (1993) ο Ρολς επιχειρεί να προσδιορίσει πώς συγκροτείται η πολιτική νομιμοποίηση. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του άποψη περί αγαθού και διαφορετικές φιλοσοφικές, ηθικές ή θρησκευτικές καταβολές, συχνά ασυμβίβαστες. Απηχώντας και πάλι τη διαφωτιστική κληρονομιά, ο Ρολς αποδέχεται τις διαφορές αυτές εν ονόματι της δημόσιας χρήσης του λόγου, την οποία το φιλελεύθερο κράτος οφείλει να διαφυλάττει. Σε συνθήκες ισότητας και ελευθερίας, οι διαφορές αναδεικνύονται από την ελεύθερη άσκηση του λόγου και γίνονται σεβαστές. Αυτό που δημιουργεί τη δέσμευση που οδηγεί στη συναίνεση και προσδίδει πολιτική νομιμοποίηση είναι η δημοσιότητα.
Ισχύουν όμως αυτά σε κράτη που δεν διέπονται από τις αρχές του φιλελευθερισμού; Οχι, υποστηρίζει ο Ρολς στον Νόμο των Λαών (1999), το τρίτο του σημαντικό έργο, μη διστάζοντας να τονίσει ότι το πλαίσιο αναφοράς της θεωρίας του περιορίζεται στα «κράτη που διέπονται από τάξη» (well-ordered states), είτε αυτά είναι πραγματικά φιλελεύθερα (liberal) ή απλά αξιοπρεπή (decent). Η φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων διεθνώς εξαρτάται από το πόσο τα πραγματικά φιλελεύθερα κράτη ανέχονται τα λιγότερο φιλελεύθερα, αλλά αξιοπρεπή, ενώ τα «έκνομα» (outlaw) κράτη δεν μπορούν να αξιώνουν σεβασμό και ανέχεια, ιδεώδη που βρίσκονται σε αντίθεση με τις απολυταρχικές αρχές που τα διέπουν και με την περιφρόνησή τους προς τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Ετσι, ο Ρολς ξεπερνά τον ωφελιμισμό προτείνοντας μια αντίληψη περί δικαιοσύνης φιλελεύθερη αλλά στη βάση του κοινωνικού συμβολαίου· συγκροτεί την έννοια της πολιτικής νομιμοποίησης ως αποτελέσματος της δημόσιας χρήσης του λόγου· και διαφοροποιεί τα κριτήρια της δικαιοσύνης όταν γίνεται αναφορά στις διεθνείς σχέσεις και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η φιλοσοφία του θέτει ζητήματα επίκαιρα μέχρι σήμερα,και τα οποία διατρέχουν και τις Διαλέξεις στην ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας.
Οι Διαλέξεις όμως είναι ένα έργο διαφορετικό από τα προηγούμενα: δεν σχεδιάστηκε για να εκδοθεί. Αποτελεί τις σημειώσεις του Ρολς στο ομώνυμο μάθημα που παρέδιδε περιοδικά, από το 1960 έως το 1995, στο Χάρβαρντ· μάλιστα, στην έκδοση ο αναγνώστης θα βρει την περιγραφή του μαθήματος στον οδηγό σπουδών του πανεπιστημίου. «Μάθημα», σε ένα σοβαρό ερευνητικό πανεπιστήμιο, σημαίνει κάτι το ζωντανό, το οργανικό: η «ύλη» του είναι ρευστή, τα μέρη του αυτόνομα και συχνά άνισα, το υλικό και η προσέγγισή του σε συνεχή διαμόρφωση.
Ο Ρολς ξεκινά προσεγγίζοντας τον Λεβιάθαν, «το σπουδαιότερο έργο πολιτικής σκέψης στην αγγλική γλώσσα», προκειμένου να εξετάσει το πρόβλημα της ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων και τη σημασία της ύπαρξης ενός αποτελεσματικού κυρίαρχου. Συνεχίζει με τον Λοκ, δίνοντας έμφαση στο νομιμοποιητικό κριτήριο της διακυβέρνησης, τη συναίνεση που δίνουν ορθολογικοί, ελεύθεροι και ίσοι άνθρωποι. Επειτα στρέφεται στον ωφελιμισμό, τη σημαντικότερη παράδοση της ηθικής φιλοσοφίας στον αγγλικό χώρο, από την οποία επιλέγει να συζητήσει αρχικά τον Χιουμ σε σχέση με τη διανεμητική δικαιοσύνη και στη συνέχεια τον Μιλ και τις ιδέες του περί δικαιοσύνης, ευτυχίας και ελευθερίας. Ανάμεσα στους δύο παρεμβάλλεται ο Ρουσό και προσεγγίζεται κυρίως το Κοινωνικό συμβόλαιο, κατά τον Ρολς το σπουδαιότερο έργο συμβολαιικής θεωρίας στη γαλλική γλώσσα.
Ο Ρολς θαυμάζει τη μοναδική σύζευξη λογοτεχνικής δύναμης και δυναμισμού σκέψης στον Ρουσό, ενώ διακρίνει βάθος και συνέπεια στις ιδέες του. Τέλος, στρέφεται αντιθετικά στον Μαρξ για να μελετήσει την κριτική στον φιλελευθερισμό, όπως και γενικότερα στον καπιταλισμό ως κοινωνικό σύστημα, στην ιδιοκτησιακή δημοκρατία ή ακόμη και στον φιλελεύθερο σοσιαλισμό και να αναλύσει την έννοια της δικαιοσύνης εκτός φιλελευθερισμού. Το βιβλίο συμπληρώνεται με δύο παραρτήματα, ένα για τον Σίτζγουικ και τη Μέθοδο της ηθικής του και ένα για τον Μπάτλερ και τα Κηρύγματά του, και οι δύο σημαντικές μορφές της βρετανικής ηθικής φιλοσοφίας.
Το βιβλίο δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει ιστορία, αλλά διαλέξεις πάνω στην ιστορία. Κοινωνικό συμβόλαιο, ωφελιμισμός, σοσιαλισμός είναι τρεις έννοιες που το δομούν και θεμελιώδεις στοχαστές της κάθε μιας προσεγγίζονται στοχευμένα. Οπως είναι φυσικό, απόντες είναι πολλοί. Και ενώ το έργο επισκέπτεται εκ νέου την ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας της νεωτερικότητας, συγχρόνως εντάσσεται και το ίδιο σε αυτή: φωτίζει τη φιλοσοφία του ίδιου του Ρολς, τις έγνοιες και τα ενδιαφέροντά του, τον τρόπο με τον οποίο συλλαμβάνει, ερμηνεύει και διδάσκει το φιλοσοφικό παρελθόν ένα από τα κορυφαία μυαλά του 20ού αιώνα.
* Ο Δ. Καργιώτης διδάσκει Λογοτεχνία και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου και των Ιωαννίνων.
