«Κάποιος να με σηκώσει. Λέξεις που γράφτηκαν όπως όπως σε ένα τζάμι όταν ήμουν δεκατριών χρόνων. Εκανα ένα βήμα πίσω και άφησα τον μαρκαδόρο να πέσει απ’ το χέρι μου κι ακόμα θυμάμαι την ευφορία της στιγμής, εκείνη την αίσθηση στο στήθος μου σαν φως που άστραφτε πάνω σε σπασμένο γυαλί…», λέξεις γραμμένες από τη Βίνσεντ Σμιθ, ηρωίδα τού ανά χείρας μυθιστορήματος, που αποδίδουν λιτά αλλά καίρια μια συναρπαστική ιστορία κρίσης και απέλπιδας προσπάθειας για επιβίωση.
Η Βίνσεντ μεγαλώνει στοιχειωμένη από τον πνιγμό της μητέρας της. Εργάζεται ως μπαργούμαν στο ξενοδοχείο Κάιετ «ένα παλάτι από γυαλί και κέδρο», στη νήσο Βανκβούβερ της Βρετανικής Κολομβίας. Εκεί θα συναντήσει τον πλούσιο ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου Τζόναθαν Αλκάιτις, επενδυτή στο χρηματιστήριο, με «ζεστή και καθησυχαστική» φωνή, που «σε έκανε να νιώθεις πως μπαίνεις σε κάποια μυστική λέσχη».
Η Βίνσεντ θα υποχωρήσει στον προφανή πλούτο και στο ερωτικό ενδιαφέρον του, θα δει την ακαταμάχητη ευκαιρία «τουλάχιστον για μια ζωή διαφορετική» και θα τον ακολουθήσει ως σύζυγος-τρόπαιο στην υπερπολυτελή καθημερινότητά του, όπου μπορούσε να αγοράζει οτιδήποτε ήθελε χωρίς να κοιτά το καρτελάκι με την τιμή, «επειδή στην εποχή του χρήματος η πιστωτική της κάρτα ήταν κάτι μαγικό και αβαρές». Ο Αλκάιτις απολαμβάνει τα κέρδη μιας καλοστημένης επενδυτικής απάτης, ενός Σχήματος Πόντσι με σαφείς αναφορές στην παγκόσμια οικονομική ύφεση του 2008, που θα οδηγήσει στην απόλυτη οικονομική καταστροφή και απελπισία, ακόμη και στον θάνατο, αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν.
Η αφήγηση των γεγονότων χωρίζεται σε τρία μέρη και συνολικά σε δεκαέξι ενότητες με κυκλική δομή, ξεκινώντας και κλείνοντας με τον ίδιο τίτλο: «Η Βίνσεντ στον ωκεανό. Δεκέμβριος 2018». Παρόν, παρελθόν και μέλλον βρίσκονται σε μια αέναη κίνηση στο μυθιστόρημα της Mandel. Τα γρανάζια της μνήμης φέρνουν στην επιφάνεια γεγονότα και νεκρούς αγαπημένους από το παρελθόν των ηρώων, προσδίδοντας υλικότητα σε αυτούς που χάθηκαν. Τα φαντάσματα των νεκρών κατακλύζουν τον κόσμο των ζωντανών, που σαν σεξπιρικοί ήρωες αναζητούν το αδύναμο νόημα της ζωής, της οποίας το φορτίο φαίνεται κάθε στιγμή αβάσταχτο. «Το πένθος μπορεί να σε κάνει λίγο παράλογο», διαπιστώνει ο Αλκάιτις, και έτσι να οδηγήσει τη μνήμη σε μεταμορφώσεις του πραγματικού πέρα από κάθε φαντασία.
Αρρηκτα συνδεδεμένο με το παρελθόν είναι το μέλλον, η ηχώ του οποίου είναι πανταχού παρούσα στο μυθιστόρημα. Το μέλλον των ηρώων δίνεται μέσω της παρουσίας των φαντασμάτων, που προλέγουν, για παράδειγμα, τον πνιγμό της Βίνσεντ, τη δυστυχισμένη, κενή ζωή του ετεροθαλούς αδελφού της Πολ, την αυτοκτονία του έκπτωτου πρίγκιπα Φαϊζάλ. Η μη γραμμική αφήγηση των γεγονότων κινείται σταθερά γύρω από σκοτεινά μυστήρια και εφιαλτικές προειδοποιήσεις:
«Πρόσεχε μην καταπιείς κανένα σπασμένο γυαλί».
Η Mandel υφαίνει με ρεαλισμό και δεξιοτεχνία διαφορετικούς και ασύμμετρους μεταξύ τους κόσμους: τη χώρα των σκιών στην άκρη της αβύσσου, όπου οι πολίτες της ζουν σε «καταφύγια φτιαγμένα από χαρτόνι κάτω από πεζογέφυρες, αντίσκηνα που έπαιρνε το μάτι σου μες στους θάμνους δίπλα σε αυτοκινητόδρομους»∙ τη διεθνή ναυτιλία με τα δεκάδες χιλιάδες καράβια στη θάλασσα∙ τη «σαν παραμύθι» υπερπολυτελή ζωή αυτών που ασχολούνται με χρηματομεσιτικές επιχειρήσεις∙ τη σκληρή καθημερινότητα μέσα σε μια ομοσπονδιακή φυλακή, αφού τελικά «κανένα άστρο δεν λάμπει παντοτινά», αλλά και την αντιζωή μέσα σε αυτήν, τις ονειροπολήσεις των ηρώων για μια παράλληλη εκδοχή των γεγονότων.
«Είχαμε ξεπεράσει ένα όριο, αυτό ήταν προφανές, ωστόσο ήταν δύσκολο αργότερα να προσδιορίσω ποιο ακριβώς ήταν αυτό το όριο. Ή μπορεί να είχε ο καθένας διαφορετικό όριο ή να ξεπεράσαμε το ίδιο όριο διαφορετική στιγμή», θα ομολογήσει ο Αλκάιτις λίγο πριν από την κατάρρευση του χάρτινου οικονομικού οικοδομήματος που είχε χτίσει μαζί με τους υπαλλήλους του Δέκατου Εβδομου ορόφου του κτιρίου Gradia, όπου διατηρούσε τα γραφεία της εταιρείας του. «Ολοι ξέρουμε τι κάνουμε εδώ», αν και αργότερα κάποιοι από τους ενόχους θα προσποιούνταν ότι δεν ήξεραν. Αυτή ακριβώς η αχνή γραμμή ανάμεσα στο όριο και το μη όριο, την ένοχη γνώση και την αφελή άγνοια, απασχολεί τη συγγραφέα καθ’ όλη την πορεία της αφήγησης.
Η Mandel παρατηρεί με ενσυναίσθηση τους ήρωες και τις επιλογές τους, την επιθυμία τους για μια νέα ζωή μακριά από τις πεζές δυσκολίες, την εναγώνια προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν μια καθημερινότητα που «μερικές φορές δεν αντέχεται». Το Γυάλινο ξενοδοχείο της Mandel ενσαρκώνει έναν κόσμο εύθραυστο και διαυγή σαν γυαλί, όπου η ζωή είναι ταυτόχρονα αντιζωή.
