Το «Λύκος ανάμεσα σε λύκους» δημοσιεύτηκε το 1937 –έργο μεγάλου όγκου και εμβέλειας–, αποτελεί μια τοιχογραφία με πλήθος χαρακτήρων όλων των κοινωνικών στρωμάτων της γερμανικής κοινότητας των αρχών της δεκαετίας του είκοσι. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Συνθήκη των Βερσαλιών και ο εκτροχιασμός των πολιτών με την άνοδο του πληθωρισμού αποτελούν το ιστορικό φόντο του πολυσέλιδου αυτού μυθιστορήματος, που δημοσιεύτηκε πέντε χρόνια μετά το «Και τώρα ανθρωπάκο;» –ένα από τα πλέον γνωστά μυθιστορήματά του.
Στο πρώτο μέρος αποδίδεται η ατμόσφαιρα της παρακμής και της ανέχειας που επικρατούσε στο Βερολίνο την περίοδο της μεγάλης οικονομικής ύφεσης που μοιραία οδήγησε στον υπερπληθωρισμό και στην άνοδο του Χίτλερ το 1929. Οι συνθήκες είναι τέτοιες που η οικονομική κατάρρευση και η ανέχεια ευνοούν τον τυχοδιωκτισμό, την ηθική και οικονομική χρεοκοπία, την εγκληματικότητα και την απόγνωση που έχουν αποτέλεσμα τις κοινωνικές αναταραχές. Ολα τα γεγονότα που περιγράφονται εκτυλίσσονται στο Βερολίνο και λαμβάνουν χώρα μέσα σε μόλις είκοσι τέσσερις ώρες.
«Ηταν δυνατόν να γεννηθεί κάτι ζωντανό απ’ αυτούς τους σάπιους καιρούς;» αναρωτιέται ένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου, δηλώνοντας ταυτόχρονα και ένα από τα κεντρικά θέματά του. Από την εναρκτήρια φράση –«Πάνω σε ένα στενό σιδερένιο κρεβάτι κοιμούνται ένα κορίτσι και ένας άντρας»– μέχρι την τελευταία –«Καληνύχτα. Καλή, καλή νύχτα!– το μυθιστόρημα προχωράει ακαταπόνητα και «στοχευμένα» στην εξέλιξη της ιστορίας, μη αφήνοντας καμία γωνιά από τη ζωή των χαρακτήρων που παρελαύνουν ανεξερεύνητη, ούτε προσπερνώντας κάποια διάσταση ή ιδιότητά τους. Από τις πρώτες σελίδες συναντάμε τον Βόλφγκανγκ Πάγκελ, έναν ανέμελο νεαρό –πρώην αξιωματικό, νυν άνεργο και τζογαδόρο–, το πρώτο συνθετικό του ονόματος του οποίου δίνει και τον τίτλο στην ιστορία, με την αγαπημένη του Πέτερ ή Πέτρα, που θα έρθουν αντιμέτωποι με τις αυταπάτες τους και θα υποχρεωθούν να απαντήσουν με τον τρόπο τους στο ερώτημα για το πώς διανύει κανείς μια σάπια εποχή, όταν δεν θέλει να χαθεί παντελώς η ανθρωπιά του.
Εθισμένος στη ρουλέτα ο Πάγκελ καλλιεργεί τις αυταπάτες του, παλεύοντας σαν μοναχικός λύκος πάνω στην πράσινη τσόχα κι ενώ όλα γύρω του παραπαίουν ο ίδιος στρέφει όλες τις ελπίδες του για αναγέννηση στην περιφερόμενη μπίλια και στην παραμονή του στο παιχνίδι: «… η μπίλια περιστρέφεται, αν ήταν κοκάλινη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έτσι περιστρέφονται τα οστά των πεθαμένων μέσα στον τάφο, εμείς όμως είμαστε ζωντανοί και παίζουμε, παίζουμε…».
Στον τίτλο του βιβλίου περιέχεται, επίσης, μια κεντρική μεταφορά: «Ηταν μια πεινασμένη εποχή, μια εποχή των λύκων», γράφει ο Φαλάντα. Πολλοί από τους χαρακτήρες είναι αρπακτικά, αλλά όχι και ο Πάγκελ, παρότι εθισμένος στον τζόγο. Στο τραπέζι της ρουλέτας με τον υπόκοσμο του Βερολίνου, κοκαϊνομανείς, πόρνες και τυχάρπαστους, χάνει εκατομμύρια μάρκα, ακόμα και τα χρήματα που είχε πάρει από την πώληση ενός πολύτιμου πίνακα του πατέρα του. Η αφοσιωμένη ερωμένη του, η Πέτρα, συλλαμβάνεται και πάει φυλακή ενόσω αυτός συνεχίζει να παίζει τα ρούχα της που είχε βάλει ενέχυρο. Στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος ο αναγνώστης θεωρεί τον Πάγκελ ένα χαμένο κορμί, ανίκανο να αναλάβει ευθύνες για τις πράξεις του. Ωστόσο έχει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να παρατηρεί, να αλλάζει, να εξελίσσεται και όπως σχολιάζει κάποιος «Πρέπει να γίνει άντρας πριν γίνει πατέρας».
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ο Φαλάντα προσφέρει τη δική του μυθιστορηματική εκδοχή του αποτυχημένου πραξικοπήματος του 1923 που στόχευε στην ανατροπή της βαυαρικής κυβέρνησης από παραστρατιωτικές οργανώσεις, γνωστό και ως «πραξικόπημα της μπιραρίας». Ο Πάγκελ πείθεται από τον Γιόαχιμ φον Πράκβιτς, πρώην ίλαρχο και μεγαλοτσιφλικά, τον οποίο συναντάει τυχαία στο Βερολίνο, μαζί με τον υπολοχαγό Φον Στούντμαν να τον ακολουθήσουν στην επαρχία για να εργαστούν στο κτήμα του που κληρονόμησε ο Πράκβιτς από τον σκληρόκαρδο και τσιγκούνη πεθερό του. Στη συνέχεια περιγράφονται μεν τα ιστορικά γεγονότα αλλά χωρίς να κατονομάζονται οι συνωμότες ούτε η επιρροή του Χίτλερ.
Υπό το βλέμμα της λογοκρισίας ο Φαλάντα επιστράτευσε την ειρωνεία, την αμφισημία, τη μεταφορά και τον συμβολισμό για να γράψει για την εποχή που επωαζόταν το αυγό του φιδιού. Παρότι στο μυθιστόρημα περιλαμβάνονται οι αναταραχές, οι συνωμοσίες, το πραξικόπημα του 1923 και οι σκευωρίες, δεν αναφέρεται ευθέως σε θέματα ιδεολογίας. Στον «Λύκο…» δεν υπάρχουν χαρακτήρες που είναι κομμουνιστές ή φασίστες, αν και το μυθιστόρημα μεταφέρει την έντονη αίσθηση της υποβόσκουσας κοινωνικής και οικονομικής αναταραχής που θα φέρει στην εξουσία το ναζιστικό καθεστώς.
Σε πολλές σκηνές του μυθιστορήματος το θέμα είναι το χρήμα, θέμα που επανέρχεται τόσο συχνά που θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας από τους κύριους χαρακτήρες. Ο Πάγκελ, αηδιασμένος από την κατάρρευση όλων των αξιών, καταφεύγει στην εξοχή για να βρει τον εαυτό του: «Καταραμένες εποχές, καταραμένες εποχές που κλέβουν τον άνθρωπο από τον ίδιο του τον εαυτό! Εγώ, όμως. Θα ξεφύγω από όλα αυτά – θα φύγω στην εξοχή και θα ξαναγίνω άνθρωπος …» – αδύνατο να μη δούμε τις αντιστοιχίες με τα δεινά που μαστίζουν τη δική μας πολυτάραχη εποχή και να μην αναρωτηθούμε αν μια τέτοια αναχώρηση στην ύπαιθρο θα ήταν ίσως μια κάποια λύση. Η Ιωάννα Αβραμίδου έφερε εις πέρας το ογκώδες έργο του Φαλάντα αποδίδοντας την προφορικότητα και την «επιφανειακή ελαφράδα» των χαρακτήρων με ιδιαίτερη «μαστοριά».
