ΗΡΩΙΚΗ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΗ η σημαδιακή 21η Ιανουαρίου. Τέτοια μέρα το 1924 εγκατέλειψε τον ανάλγητο κόσμο μας ο μέγας Βλαντιμίρ Ιλιτς Ουλιάνοφ –για τους φίλους Λένιν– και το 1950 τον ακολούθησε ο Ερικ Αρθουρ Μπλερ, όστις κέρδισε την υστεροφημία του με το προσωνύμιο Τζορτζ Οργουελ. Παγώνουμε τον χρόνο, μολαταύτα, στο 1984, αποτίοντας τιμή στον τότε εκδημήσαντα Γιάννη Σκαρίμπα, επειδή νοηματοδότησε όσο λίγοι τον αιρετικό αφορισμό του Αντόρνο: «σκοπός της τέχνης είναι να φέρει το χάος στην τάξη». Ιδού εύγλωττο δείγμα:
ΦΑΝΤΑΣΙΑ Να ’ναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί/ προς έναν δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη,/ και σένα του καπέλου σου πλατειά και φανταιζί/ κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει./ Και να ’ν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά/ γι’ άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,/ κι αυτός ο άνεμος τρελά-τρελά να μας σκουντά/ όλο προς τη γραμμή των οριζόντων./ Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός/ για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο πού πάει/ όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:/ έξω απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη./ Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο άνεμος μαζί/ πέρ’ από τόπους και καιρούς, έως ότου –φως μου–/ (καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί)/ βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου.
Ο ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ Εφ’ ω ετάχτηκ’ έκαστος – καθείς στο επάγγελμά του!/ Σταφύλια κάνουν το κρασί κι ο Απρίλης τους λελέδες./ Και το βαπόρι (που όλο πάει και πάει – είν’ η δουλειά του)/ κάνει στην μπάντα του –πουλιά– να πέτουν οι μηλαίδες.// Και κάτω συ – ένας Σατανάς με τρίαινα! Στις λάβες/ καυτά στις φούχτες σου πηδάς τα γράδα του τριγύρου/ κι ή τεθλασμένες αστραπών ξερνάς ή σπίθες μπλάβες,/ με νωτιαίο σου μυελό – μιαν στήλην υδραργύρου…// Κάνει κανείς ό,τι του πάει. Κάνει η φωτιά τη στάχτη./ Σονέττα ο Κανελλόπουλος κι εσύ τα βάσανά σου./ Και στην καρδιά σου θερμαστή (καθείς εφ’ ω ετάχτη)/ αυτήν σου την ηλεκτρικήν να μπήχτεις τρίαινά σου…
TΟ ΖΗΤΗΜΑ Δεν ήταν δα τόσο σπουδαίο: Nα φύγεις –ξεπορτώντας–/ χωρίς την πόρτα ν’ άνοιγες –αδύνατο. Χρυσή,/ πρώτα την πόρτα ανοίγοντας κι απέ –ποκείθες– βγώντας,/ μπορεί ο καθείς –εξόν λολός– να φεύγει (όπως εσύ)./ Το ζήτημα δεν είναι αυτό. Ούτε πως ξέρεις να στο-/ λίζεις το γράμμα σου μ’ ανθιά που κλεις μες στο γραφτό:/ ξέρεις ότι μη γράφτοντας κι ότι μη στέλνοντάς το – για να το λάβω αδύνατο – αδύνατο κι αυτό./ Το ζήτημα είναι το γιατί (της γνώσης μου της λίγης,/ τόσο είναι το φως και τόσο η σκέψη μου εμένα είν’ θαμπή)/ ν’ ανοίξει πρέπει η πόρτα πριν για να μετά συ φύγεις/ κι όχι να κλείσει από μετά –ενώ συ θα ’χες μπει.
