ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Τάσος Παππάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις –και αυτές που δίνουν τη διαφορά της Νέας Δημοκρατίας με τον ΣΥΡΙΖΑ κάτω από το 10% και αυτές που επιμένουν ότι η διαφορά είναι κοντά στο 12%–, πρέπει να λύσουμε ορισμένες απορίες που προκύπτουν από άλλα στοιχεία των ερευνών. Για παράδειγμα: Οι περισσότεροι εμφανίζονται να διαφωνούν με τον τρόπο που διαχειρίζεται η κυβέρνηση την πανδημία. Οι περισσότεροι δηλώνουν ότι η κυβέρνηση δεν τα πάει καλά στο θέμα της ακρίβειας. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η χώρα πορεύεται προς λάθος κατεύθυνση. Οι περισσότεροι είναι απαισιόδοξοι. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι τα σημαντικότερα προβλήματα είναι η πανδημία, η ακρίβεια και η ανεργία, αυτά δηλαδή που η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει.

Ωστόσο, η Νέα Δημοκρατία προηγείται καθαρά του ΣΥΡΙΖΑ και ο επικεφαλής της είναι μακράν ο καταλληλότερος για τη θέση του πρωθυπουργού. Με χαμηλότερα βεβαίως ποσοστά συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν, αλλά χωρίς να νιώθουν ούτε η Ν.Δ. ούτε ο πρωθιερέας της ότι απειλούνται. Από πρώτη ματιά η αντίφαση είναι μεγάλη. Υπάρχει εξήγηση; Γιατί να επιλέξει σήμερα ένας πολίτης τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ενώ βλέπει ότι δεν τα καταφέρνουν στα κρίσιμα ζητήματα;

Μήπως γιατί είναι παραδοσιακός ψηφοφόρος της Δεξιάς και δεν έχει αλλάξει ποτέ στρατόπεδο, ούτε και την εποχή που το κόμμα του βρισκόταν στα χειρότερά του; Λογικό. Μήπως γιατί δεν μπορεί να εμπιστευτεί την αξιωματική αντιπολίτευση επειδή δοκιμάστηκε ως κυβέρνηση και στάθηκε κατώτερη των προσδοκιών που είχε καλλιεργήσει; Πιθανόν. Μήπως γιατί πιστεύει ότι η χώρα πρέπει να διοικείται από ισχυρές, μονοκομματικές και αυτοδύναμες κυβερνήσεις, οπότε δεν είναι φρόνιμο να ενισχύσει μικρότερα σχήματα που δεν θα γίνουν κόμματα εξουσίας; Δεν αποκλείεται.

Μήπως γιατί, όσο κι αν είναι θυμωμένος με τη σημερινή κυβέρνηση, δεν θέλει να γίνει (ακόμη) κοψοχέρης, να ακυρώσει δηλαδή τον προηγούμενο εαυτό του που ψήφισε στην κάλπη τη Δεξιά και έτσι δεν πηγαίνει ούτε στο «λευκό» ούτε στους αναποφάσιστους ούτε στην αποχή; Ενδεχομένως. Μήπως γιατί ανήκει για διάφορους λόγους στο αντισύριζα μέτωπο και θα ψηφίζει πάντα όποιο κόμμα είναι απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη κι αν δεν τον καλύπτει, με άλλα λόγια μήπως το μίσος του υπερισχύει της λογικής; Θα μπορούσε να ισχύει. Μήπως, τέλος, γιατί αυτός ο τύπος ψηφοφόρου είναι ένα κατασκεύασμα (με την καλή έννοια της λέξης) των δημοσκόπων, ένα προϊόν των αναγωγών που κάνουν με βάση τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών; Θα φανεί.

Ο,τι κι αν συμβαίνει, όποια κριτήρια κι αν έχει ο μέσος ψηφοφόρος που συμμετέχει στις έρευνες των εταιρειών, αυτό που διαφαίνεται, εκτός από την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να εκμεταλλευτεί τις δυσκολίες που έχει η κυβέρνηση, είναι ότι το ποσοστό που παίρνει η Νέα Δημοκρατία στα γκάλοπ είναι μικρότερο από το ποσοστό της στις εθνικές εκλογές. Στις έρευνες μέχρι πριν από λίγους μήνες ξεπερνούσε το 38%, που ήταν λίγο κάτω από την εκλογική επίδοσή της τον Ιούλιο του 2019.

Σήμερα βρίσκεται γύρω στο 30%. Με τέτοια βάση εκκίνησης, δεν δικαιούται να ελπίζει σε αυτοδυναμία αν νικήσει στις πρώτες εκλογές, όπως επίσης δύσκολα, αν κόψει πρώτη το νήμα στις δεύτερες εκλογές, θα εξασφαλίσει πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Οπότε, το θέμα των κυβερνήσεων συνεργασίας θα τεθεί στο τραπέζι εκ των πραγμάτων. Ο Κ. Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στη ΔΕΘ είχε απορρίψει διαρρήδην το σενάριο. Λίγο αργότερα, στο «αδύνατον» που έλεγε πρόσθεσε μια λεξούλα που χάλασε κάπως την εικόνα και έτσι φτάσαμε στο «σχεδόν αδύνατον». Το «αποκλείεται», σιγά σιγά χάνει την ορμή του.

Ανάγωγα

Δηλαδή για να καταλάβω: αν στην εξεταστική επιτροπή που συγκροτήθηκε για να ερευνήσει τη λίστα Πέτσα μερικοί από τους μάρτυρες κατηγορήσουν ευθέως τον υπουργό ή αφήσουν δηλητηριώδεις υπαινιγμούς για τη διαχείριση που έκανε, οι βουλευτές της Ν.Δ. θα επιμείνουν ότι δεν συντρέχει λόγος να προσέλθει και να καταθέσει; Κωμωδία κακής ποιότητας.