Από τότε που η εγχώρια μουσικολογία ανασκάπτει με ζήλο το υπέδαφος της ελληνικής μουσικής ακούμε συχνά για τον «Μάρκο Μπότσαρη», τη θρυλική, πατριωτική (θα λέγαμε σήμερα) όπερα του Επτανήσιου Παύλου Καρρέρ (1829-1896). Τα καθέκαστα της δημιουργίας, του μουσικού στίγματος, της παρουσίασης και της υποδοχής της όπερας αυτής από τα ελληνικά ακροατήρια του 19ου και του 20ού αιώνα εντοπίζονται εύκολα στο διαδίκτυο.
Απ’ όλες τις ελληνικές όπερες που γράφτηκαν τα τελευταία 200 χρόνια αυτή διαφέρει λόγω της μοναδικής, επί μακρόν αμείωτης δημοφιλίας της. Η διαφορά οφείλεται στην κεκτημένη, στενή συνάφειά της με το δημόσιο πατριωτικό συναίσθημα σε θερμές φάσεις της ελληνικής ιστορίας που η εθνική ολοκλήρωση παρέμενε πιεστικό ζητούμενο προς εφικτή επίτευξη ή στοίχειωνε το δημόσιο φαντασιακό ως ματαιωμένη προσδοκία.
Η έρευνα έχει εντοπίσει περί τα 60 ανεβάσματα του «Μπότσαρη» από την πρεμιέρα του 1861 στην Πάτρα έως σήμερα. Εξ αυτών 35 έγιναν μέχρι το 1919 ως επί το πλείστον από τους θιάσους του Ελληνικού Μελοδράματος σε λυρικές σκηνές του ελλαδικού κράτους (Αθήνα, Πάτρα, Σύρος κ.λπ.) και των ακμαίων τότε ελληνικών παροικιών του μείζονος μεσογειακού χώρου (Οδησσός, Κάιρο, Αλεξάνδρεια, Τεργέστη, Βουκουρέστι κ.λπ.). Αλλα 12 έγιναν στον Mεσοπόλεμο (1923-1949), στην Ελλάδα αλλά και στις ΗΠΑ, ενώ τα υπόλοιπα 9 πραγματοποιήθηκαν έως το 2000.
Ως προς τα παραπάνω το απόβαρο του «Μάρκου Μπότσαρη» στην περιπετειώδη διαδρομή της ελληνικής μουσικής ζωής προφανώς υπερβαίνει τη στενά μουσικοαισθητική του αξία˙ ειδικά αν επιχειρήσει κανείς να κάνει μια αποτίμηση στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής όπερας της εποχής.
Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, δεν έχει εντοπιστεί το αυθεντικό μουσικό υλικό του. Εχουν διασωθεί μόνον αναγωγές για πιάνο και φωνές (σπαρτίτο) στις οποίες βασίστηκαν νεότερες ενορχηστρώσεις (Αστρινίδης, Φιδετζής) για τα μεταπολεμικά και σύγχρονα ανεβάσματα. Ετσι, απομένει βασανιστικά αναπάντητο το ζητούμενο της αυθεντικότητας/ακρίβειας του ορχηστρικού ήχου, στοιχείο που στην όπερα αυτή μοιραία τείνει να συμψηφίζεται συμβιβαστικά –αλλά όχι δίχως προβλήματα- προς το πρότυπο του πρώιμου Βέρντι.
Το νέο συναυλιακό ανέβασμα του «Μάρκου Μπότσαρη» στο Δημοτικό Θέατρο Ολύμπια έγινε στο πλαίσιο της φετινής επετείου του 1821, στην ενορχήστρωση (2015) του αρχιμουσικού Βύρωνα Φιδετζή, με τη Συμφωνική Ορχήστρα και τη Χορωδία του Δήμου Αθηναίων και συμμετοχή Ελλήνων μονωδών (5/11/2021). Αρχικά ο «Μπότσαρης» ήταν γραμμένος σε ιταλικό λιμπρέτο του Κατσαλούπι (Caccialuppi) και μόνον αργότερα μεταφράστηκε από τον Καρρέρ στα ελληνικά της εποχής˙ στα Ολύμπια δόθηκε σε μια μάλλον υπονομευτικά πεζή, νεοελληνική προσαρμογή της μετάφρασης του ιταλικού λιμπρέτου στη δημοτική. Την ισορροπημένη διανομή αποτέλεσαν η υψίφωνος Αρτεμις Μπόγρη (Χρυσή), η υψίφωνος Αννα Στυλιανάκη (Σοφία), ο τενόρος Κωνσταντίνος Κληρονόμος (Μάρκος), ο βαρύτονος Γιώργος Κανάρης (Μουσταφά) και ο βαθύφωνος Χριστόφορος Σταμπόγλης (Παλαιών Πατρών Γερμανός).
Ο αρχιμουσικός εξασφάλισε ταιριαστά σφριγηλή φραστική και περισσή στιβαρότητα στο ακρόαμα, ισορροπώντας τα αλλεπάλληλα εμβατηριακά μέρη και τις α λα Βέρντι ρητορικές αιχμές της γραφής με φροντισμένα δοσμένες στιγμές λυρικής ανάπαυλας. Μπόγρη και Στυλιανάκη απέδωσαν τους ρόλους τους με μουσικότητα, ορθοτονία, ευγένεια, αισθαντικότητα και φροντισμένη φραστική.
Οι άνδρες μονωδοί πρόσφεραν απερίφραστα στεντόρειο οπερατικό τραγούδι˙ όχι ξένο προς τη δραματουργία του έργου, όμως ανοικονόμητα στεντόρειο. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό που (ξανα)ακούσαμε ζωντανά τον ηρωικό «Μπότσαρη» του Καρρέρ, προσθέτοντάς τον -και (αντι)παραθέτοντάς τον- στη σαγηνευτική «Κυρα-Φροσύνη» που μας χάρισε πρόσφατα η ΕΛΣ.
Πιθανότατα η αυθεντική ενορχήστρωση του «Μπότσαρη» δεν θα βρεθεί ποτέ: ίσως χάθηκε στη Ζάκυνθο στους σεισμούς του 1953, ίσως λανθάνει ξεχασμένη και ανεντόπιστη κάπου στα κατάλοιπα κληρονόμων του φυσικού υλικού του Ελληνικού Μελοδράματος, ίσως βρεθεί κάποτε σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο… Εχει ενδιαφέρον, πάντως, να επιχειρηθεί ένα σύγχρονο σκηνικό ανέβασμα που θα αντιμετωπίσει σκηνοθετικά -με γνώση και κατανόηση- όλες τις διαστάσεις του έργου: τον απλοϊκό, ιστορικά συμψηφιστικό, ενθεγερτικό πατριωτισμό του, την αβίαστη εγγραφή στη δεδομένη αισθητική του πρώιμου ιταλικού ρομαντισμού, το ισχυρό μετείκασμα του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού, το βαρύ αποτύπωμα της μακράς παραστασιογραφίας που διασχίζει θριαμβευτικά την ελληνική ιστορία επί παρ’ ολίγον έναν αιώνα.
