«Προχωρούσα προς το βουνό, όταν αντιλήφθηκα έναν καλόγερο που κατέβαινε από κει, ήρθε βιαστικά προς το μέρος μου, με ρώτησε, στα ιταλικά, από ποιον τόπο είμαι, από πού ερχόμουν, τι είχε συμβεί στην Ευρώπη εδώ και εφτά χρόνια που είχε να αράξει καράβι σε αυτά τα βράχια, μόλις έμαθε πως είμαι Γάλλος: “πείτε”, μου φώναξε, “ο Βολταίρος ζει ακόμη;”. Αυτά συνέβαιναν στα 1776 στην Πάτμο»(1).
Πολύ αργότερα, η «Πρωτοβουλία 1964» των έξι της Ευρώπης, που έχει υπερβεί τις γαλλικές ενστάσεις για την υπερεθνικότητα της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τη λειτουργία της ζώνης των ελευθέρων συναλλαγών, με το άρθρο 5 για την Κοινωνική Πολιτική επισημαίνει ότι: «Η Επιτροπή επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή των κυβερνήσεων στην ανάγκη εντατικοποίησης της στενής συνεργασίας […] με σκοπό την εξομάλυνση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας προς τα πάνω […] Μια τέτοια ανοδική ευθυγράμμιση θα διευκόλυνε, επιπλέον, την επίτευξη οικονομικής ένωσης, καθώς οι διαφορές μεταξύ των εθνικών συστημάτων δημιουργούν ανισότητες που επηρεάζουν τους όρους ανταγωνισμού ή δημιουργούν εμπόδια στο εμπόριο». Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα είχε δανειστεί τεράστια ποσά από την Ολλανδία και τις ΗΠΑ για να χρηματοδοτήσει τη μεταλλευτική αναδιάρθρωση των γαλλικών επιχειρήσεων τη δεκαετία του ’50 και η Γαλλία είχε ενδιαφέρον στο νέο μοντέλο συνεργασίας και για τους μισθούς των εργατών.
Η μορφοποίηση της ευρωπαϊκής κοινότητας, η τελωνειακή σύνδεση, η μεταπολεμική στράτευση στον στόχο της βιομηχανίας, αφήνουν τη δίψα του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα για τον λόγο και την αγωνία του μοναχού της Πάτμου χωρίς ιστορική θεμελίωση. Η ιδέα ότι το «καθαυτό αντικείμενο μελέτης της ανθρωπότητας είναι ο άνθρωπος» (Πόουπ) και ο αιώνας του Διαφωτισμού ως πνευματική πρόοδος θα αποτύχουν να προστατεύσουν τον Βολτέρο και να προετοιμάσουν για τις εποχές κυριαρχίας του ανταγωνισμού και του κεφαλαίου. Οι περιφερειακοί και παγκόσμιοι πόλεμοι, οι ρήξεις, οι διαμάχες, η εξομάλυνση των ανισοτήτων ως προϋπόθεση ομαλής λειτουργίας του ανταγωνισμού δίνουν ισχυρό πλεονέκτημα στη θέση της Χάνα Αρεντ για το διαζύγιο της πολιτικής από την κοινωνία των πολιτών. Η μετατρεψιμότητα της τεχνικής της πολιτικής σε κοινωνική λειτουργία θα φέρει τις κοινωνικές δαπάνες στο επίκεντρο του κράτους ως δομικό στοιχείο. Και η θέση ότι «η δημοσιονομική κρίση του καπιταλιστικού κράτους είναι η αναπόφευκτη συνέπεια του δομικού χάσματος μεταξύ των κρατικών δαπανών και εσόδων» και πως «ο μόνος τρόπος του κράτους για να βελτιώσει τη δημοσιονομική κρίση είναι να επιταχύνει την ανάπτυξη του κοινωνικο-βιομηχανικού συμπλέγματος» (Ο’ Connor) θα συναντήσει την παράξενα αισιόδοξη ομιλία του Lyle M. Spencer, προέδρου της Ενωσης Επιστημονικής Ερευνας (θυγατρικής της IBM) που έδωσε ένα εύστοχο και δυσοίωνο όνομα στη νέα εξέλιξη, το «κοινωνικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα», που θα βοηθήσει τις επιχειρήσεις να λύσουν κοινωνικά προβλήματα.
«Ο ενθουσιασμός του Σπένσερ είναι περίεργος καθώς η φράση του βασίζεται σε μια από τις πιο ζοφερές δηλώσεις του Αϊζενχάουερ: την προειδοποίησή του ενάντια στις δυσοίωνες προοπτικές ενός “στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος”. Και πράγματι, το φαινόμενο μοιάζει αρκετά με το ενιαίο μέτωπο βιομηχανίας και στρατηγών που τόσο ανησύχησε τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ» (Harrington, 1968).
Το 1996, «ο Δημοκρατικός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον και το ελεγχόμενο από Ρεπουμπλικανούς Κογκρέσο “τερμάτισαν την ευημερία (welfare) όπως την ξέρουμε” και σάλπισαν τον “εργασιακό τρόπο” (workfare) ως δραματική απομάκρυνση από το παρελθόν» (From Welfare to Workfare. The Unintended Consequences of Liberal Reform, 1945-1965, Mittelstadt).
Σύμφωνα με τον Rosanvallon, οι ρίζες του κράτους πρόνοιας βρίσκονται στην περίοδο που αναπτύχθηκε το σύγχρονο έθνος-κράτος, από τον 14ο έως τον 18ο αιώνα. Πιστεύει ότι το μοντέρνο κράτος θα πρέπει να θεωρείται ως κράτος «νυχτοφύλακας» και ότι το κράτος πρόνοιας είναι μια διευρυμένη και βαθύτερη εκδοχή του κράτους «νυχτοφύλακα». Η μετάβαση σε ένα κράτος πρόνοιας είναι μια διαδικασία κατά την οποία η κοινωνία θεωρείται λιγότερο ως «σώμα» και περισσότερο ως «αγορά» (Peter de Goede, 1999).
Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εγκαινιάσει νέα ομάδα υψηλού επιπέδου της Ε.Ε. με πρόεδρο την Α. Διαμαντοπούλου, με θέμα «Κάνοντας το κράτος κοινωνικής πρόνοιας κατάλληλο για το μέλλον», επιβεβαιώνει τη θέση της κοινωνίας ως «αγορά». Η Επιτροπή και η πρόεδρός της θα έχουν πολύ μεγάλο θεωρητικό και δημόσιο χώρο να στηρίξουν το μοντέλο τους: Το «κοινωνικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα», τη μετάβαση στη workfare. Από την άλλη μεριά, το στοχαστικό αιώνιο ερώτημα για τον Βολτέρο θα αποκαλύπτει βασανιστικά την επίμονη απαίτηση της Ιστορίας να κρατηθούν στη ζωή οι μεγάλες ιδέες για τον άνθρωπο και την κοινωνία.
(1) Ο Βολτέρος στην Ελλάδα στο βιβλίο του Κ.Θ. Δημαρά «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Ερμής, 2002. (Ο αφηγητής Choiseul-Gouffier).
* Πολιτική επιστήμων, δρ Επιστήμης της Πληροφορίας
