Σε διπλωματικό μαραθώνιο στη Βρυξέλλες έχει αποδυθεί ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας, Ντμίτρο Κουλέμπα, ο οποίος συναντήθηκε με τον γ.γ. του ΝΑΤΟ, αλλά και υπουργούς Εξωτερικών χωρών μελών της Ε.Ε. που συμμετέχουν στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων, με αφορμή την κινητικότητα ρωσικών δυνάμεων κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία.
Μετά τη συνάντησή του με τον Ντμίτρο Κουλέμπα, ο Γενς Στόλτενμπεργκ, απηύθυνε προειδοποίηση προς τη Ρωσία για κάθε νέα «επιθετική ενέργεια» στα σύνορα με την Ουκρανία, όπου «σημαντικές και ασυνήθιστες» κινήσεις ρωσικής στρατευμάτων έχουν διαπιστωθεί τις τελευταίες εβδομάδες.
«Οποιαδήποτε νέα πρόκληση ή επιθετική ενέργεια εκ μέρους της Ρωσίας θα ήταν πολύ ανησυχητική. Καλούμε την Ρωσία να επιδείξει διαφάνεια ως προς τις στρατιωτικές ενέργειες», δήλωσε την ώρα που ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση και Γαλλία έχουν ήδη εκφράσει την ανησυχία τους, ενώ η Γερμανία κάλεσε τη Μόσχα να επιδείξει «αυτοσυγκράτηση» και «να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».
Από την πλευρά του, ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών, σημείωσε ότι «αυτό που βλέπουμε τώρα είναι η επιδείνωση της κατάστασης στην οποία η Ρωσία δείχνει ότι μπορεί γρήγορα να κινητοποιήσει ήδη συγκεντρωμένα στρατεύματα και εξοπλισμούς και ότι όλες οι επιλογές, περιλαμβανομένων των στρατιωτικών επιλογών, βρίσκονται στο τραπέζι της ρωσικής ηγεσίας».
Το ΝΑΤΟ, σύμφωνα με τον Γενς Στόλτενμπερκ, παρακολουθεί την κατάσταση από πολύ κοντά, θυμίζοντας ότι οι σύμμαχοι θεωρούν «παράνομη» την προσάρτηση της Κριμαίας και πως όλα τα μέλη του «καταδικάζουν με μία φωνή τη συμπεριφορά της Ρωσίας».
Στο μεταξύ, όπως μεταδίδει από τις Βρυξέλλες η ανταποκρίτρια της «Εφ.Συν.», Μαρία Ψαρά, οι υπουργοί Εξωτερικών της Ε.Ε., εκτός από τις κυρώσεις για τη Λευκορωσία, θα συζητήσουν και την κατάσταση ασφαλείας στην ανατολική Ουκρανία.
Και μπορεί ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, να δήλωσε ότι η «Ρωσία δεν απειλεί κανέναν», ωστόσο η συγκέντρωση ρωσικών μονάδων, πυροβολικού και αρμάτων μάχης κατά μήκος των συνόρων με την Ουκρανία προκάλεσε φόβους ότι η Μόσχα εξετάζει μια νέα στρατιωτική εισβολή.
Μιλώντας στο POLITICO ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας προειδοποίησε ότι η κατάσταση «επιδεινώνεται σοβαρά» και πως «οι σημερινές εξελίξεις πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο που πρέπει. Την άνοιξη, η Ρωσία ανέπτυξε στρατόπεδα, εγκατέστησε ραδιοφωνικές δυνατότητες, τοποθέτησε πυραυλικά συστήματα κατά μήκος των συνόρων μας. Όλα αυτά βρίσκονται ακόμη εκεί. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουν τώρα είναι να φέρουν ανθρώπους και να τους δώσουν εντολές για να λειτουργήσουν όλα αυτά. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτή η κατάσταση είναι τόσο επικίνδυνη».
Η ουκρανική κυβέρνηση, επισημαίνει η Μαρία Ψαρά, βλέπει παραλληλισμούς με το 2014, όταν η Ρωσία εισέβαλε στην ανατολική Ουκρανία και προσάρτησε την Κριμαία. «Αυτό που βλέπουμε κατά μήκος των συνόρων μας είναι μια εξελιγμένη στρατιωτική υποδομή που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της εαρινής κλιμάκωσης, η οποία είναι έτοιμη να χρησιμοποιηθεί για επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον της Ουκρανίας», δήλωσε ο Κουλέμπα. «Δεν μπορώ να κάνω εικασίες σχετικά με την ακριβή κλίμακα αυτών των επιχειρήσεων, αλλά το 2014 ήταν αδιανόητο ότι η Κριμαία θα καταλαμβανόταν από τη Ρωσία – επομένως δεν μπορώ να αποκλείσω κανένα σενάριο σε αυτό το σημείο».
Άλλωστε ο Ντμίτρο Κουλέμπα έχει προγραμματιστεί να συμμετάσχει στη σημερινή υπουργική συνάντηση της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης και είχε κατ’ ιδίαν συναντήσεις με τους υπουργούς Εξωτερικών της ΕΕ πριν από το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων.
Ο Κουλέμπα θα φέρει επίσης ένα ισχυρό μήνυμα στην Ε.Ε. που έχει εμπλακεί στην προσπάθεια να βρει λύση στην κρίση στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας. «Όταν βλέπουμε τους μετανάστες να χρησιμοποιούνται ως όπλο, όταν βλέπουμε την παραπληροφόρηση να χρησιμοποιείται ως όπλο, όταν βλέπουμε το αέριο να χρησιμοποιείται ως όπλο και τους στρατιώτες και τα όπλα τους … αυτά δεν είναι ξεχωριστά στοιχεία», δήλωσε ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών, υποστηρίζοντας ότι «είναι όλα μέρος μιας ευρείας στρατηγικής για να διαλύσουν την Ευρώπη. Θα πρέπει να δούμε όλα όσα συμβαίνουν ανατολικά των συνόρων της ΕΕ και εντός της ΕΕ ως μέρος μιας γενικής προσπάθειας. Δεν πρόκειται για ξεχωριστά γεγονότα».
